Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

Μία συναρπαστική κατάσταση



Στις επερχόμενες εκλογές τίθενται για πρώτη φορά με τόση πιστότητα τα πραγματικά διλήμματα που αντιμετωπίζουμε. Τα πραγματικά και όχι ιδεατά διλήμματα, αυτά που λαμβάνουν υπόψη την πολιτική πραγματικότητα. Π.χ., οποιοδήποτε δίλημμα έχει στο ένα σκέλος του το να εφαρμόσουμε μέχρι κεραίας τις μεταρρυθμίσεις του μνημονίου είναι ιδεατό, διότι δεν απαντάει στο *ποιοι* θα εφαρμόσουν αυτές τις μεταρρυθμίσεις – ούτε το πολιτικό υποκείμενο, ούτε η βάση για αυτό υπήρξε ποτέ.

Ευθυγραμμιζόμενα με την πραγματικότητα, τα διλήμματα θα οδηγήσουν σε πιο καθαρές λύσεις, με μεγαλύτερη δημοκρατική νομιμοποίηση, και θα μας βγάλουν από την ακινησία, χωρίς αυτό να σημαίνει προς τη «σωστή» κατεύθυνση. «Σωστή» κατεύθυνση, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει· η κάθε επιλογή έχει πολλών ειδών συνέπειες. Συγκεκριμένα:

° Η κυβερνητική πλειοψηφία, με τον εκβιασμό της λήξης της χρηματοδότησης που προετοίμασε, θέτει τους πολίτες ξεκάθαρα μπροστά στο δίλημμα που στην πραγματικότητα τους έχει θέσει εδώ και χρόνια: ομαλότητα με διάσωση των πλέον οπισθοδρομικών δυνάμεων που υπάρχουν στη χώρα, ή πιθανές περιπέτειες. Νίκη του Σαμαρά (κατά τη γνώμη μου πολύ πιθανή) θα τον καταστήσει απόλυτο κυρίαρχο για τα επόμενα τέσσερα με οκτώ χρόνια. Το εμπνευσμένο από τον Ερντογάν ή τον Ούγγρο Ορμπάν στυλ αυταρχικής διακυβέρνησης που πρεσβεύει, με περιφρόνηση των κοινοβουλευτικών θεσμών, «εντολές» που φτάνουν μέχρι και στην ανεξάρτητη, θεωρητικά, Δικαιοσύνη, εξυπηρέτηση των ημετέρων με κατάργηση θεσμών διαφάνειας και ανεξαρτήτων αρχών, θα μας απομακρύνει όλο και περισσότερο από την ουσία αυτού που ονομάζουμε «ευρωπαϊκό κεκτημένο». Από την άλλη, θα αποφύγουμε την άμεση αγωνία της χρηματοδότησης, θα περάσουν τα μέτρα που επιβάλλουν οι δανειστές, η χώρα θα συνεχίσει να πορεύεται σε μία μουντή κανονικότητα, με τα καλά της και τα κακά της. Η αντιμνημονιακή αντιπολίτευση θα διαλυθεί: ένα κομμάτι της θα γίνει πολύ πιο ακραίο, συσσωρεύοντας όλο και περισσότερη οργή, και ένα άλλο θα συνειδητοποιήσει ότι χωρίς έναν πιο ρεαλιστικό λόγο δεν πρόκειται να νικήσει ποτέ τον Σαμαρά, και θα συνεισφέρει στη δημιουργία μιας μεγάλης κεντροαριστερής παράταξης με άγνωστο αυτή τη στιγμή όχημα.

° Νίκη του ΣΥΡΙΖΑ θα μας κρατήσει στην τσίτα για πολλούς μήνες, με απρόβλεπτες συνέπειες ειδικά τις πρώτες βδομάδες, όταν και θα λήγει η παροχή ρευστότητας από την ΕΚΤ στις τράπεζες με βάση τις εγγυήσεις του Δημοσίου (1η Μαρτίου) και περίπου 2,5 δις ομολόγων. Λύση σε αυτά τα προβλήματα χωρίς την κάλυψη της ΕΚΤ δεν υπάρχει, κάλυψη της ΕΚΤ είναι απίθανο να υπάρξει χωρίς να έχει εξασφαλιστεί η δανειοδότηση, που σημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να κάνει αμέσως μετά τις εκλογές τεράστια κωλοτούμπα, τουλάχιστον για την επέκταση του Μνημονίου μέχρι το καλοκαίρι. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς θα αντιδράσει η κοινοβουλευτική του ομάδα σε αυτό, και αμφίβολο αν έχει τα στελέχη και την ετοιμότητα να διαχειριστεί τέτοια ζητήματα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Αν, εν πάσει περιπτώσει, ξεπεράσουμε αυτόν τον σκόπελο, θα ακολουθήσει μία ενδιαφέρουσα και ταραχώδης περίοδος αναδιανομής της πίτας των επιχειρηματικών συμφερόντων, διαπραγμάτευσης με τους εταίρους, άγαρμπων μεταρρυθμίσεων, και ποιος ξέρει τι άλλο, με καταληκτικό χρόνο το καλοκαίρι, οπότε και οι πολλαπλάσιες ανάγκες χρηματοδότησης θα πρέπει να έχουν βρει μία πειστική λύση. Προσωπικά με απασχολούν, και είμαι απαισιόδοξος, οι συνέπειες της νίκης του ΣΥΡΙΖΑ στα πανεπιστήμια, όπου εκπροσωπεί ή έχει κάνει συμμαχία εδώ και χρόνια με το παλιό κατεστημένο· ο όποιος κυβερνητικός εταίρος ας προσπαθήσει να διασώσει τον νόμο Διαμαντοπούλου κατά προτεραιότητα.

° Το Ποτάμι αποτελεί εκφραστή του λεγόμενου «μεταρρυθμιστικού» χώρου, ενός υπαρκτού πολιτικά χώρου, με απήχηση κυρίως στις ανώτερες μορφωτικές τάξεις, με όλα τα καλά του και τα κακά του· είναι θετικό που βρήκε αυτός ο χώρος την έκφρασή του και θα δοκιμαστεί πολιτικά. Στα καλά του συμπεριλαμβάνεται η διάθεση για πολιτικούς πειραματισμούς, σε μία φιλελεύθερη κατεύθυνση με κοινωνικό πρόσωπο, και με αμφισβήτηση των παραδοσιακών, πανίσχυρων, πολιτικών μηχανισμών. Ευτύχησε να έχει έναν δημοφιλή αρχηγό που του έδωσε μεμιάς όλη την αναγνωρισιμότητα και την δημοφιλία του, και πέρασαν ή περνάνε από τις τάξεις του άνθρωποι γνωστοί και ευυπόληπτοι, αρκετοί από τους οποίους είναι αξιόλογοι. Στα αρνητικά του βλέπεις την διαχρονική αδυναμία της ελληνικής αστικής τάξης να δημιουργήσει και να δράσει με βάση θεσμούς και να εμπιστευτεί τη δημοκρατία (ο τρόπος λήψης των αποφάσεων είναι τελείως αδιαφανής, και πέρα από κάποιες επιτροπές το κόμμα είναι ασώματο), να λάβει θέση στα διλήμματα που να την διαχωρίζει από το κατεστημένο (η άνευ όρων υποστήριξη της εκλογής ΠτΔ είναι χαρακτηριστική) και να προωθήσει, εν τέλει, κάποιες ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. (Το τελευταίο μένει βεβαίως να φανεί, αλλά είναι χαρακτηριστικό ότι αναγορεύονται σε «μεταρρυθμιστές» βουλευτές που ποτέ δεν στήριξαν μία μεταρρύθμιση.)

° Το κόμμα του ΓΑΠ θα έλεγε κανείς ότι είναι η συμπληρωματική εικόνα του Ποταμιού. Φέρει τα εχέγγυα του μόνου πολιτικού που και υπεύθυνα στάθηκε στο θέμα της χρεοκοπίας, και προσπάθησε να αλλάξει τη χώρα και το κράτος με σημαντικές μεταρρυθμίσεις (Ραγκούση, Παπακωνσταντίνου, Διαμαντοπούλου κλπ.). Όπως όμως αυτές οι μεταρρυθμίσεις έμειναν από γκάζι χωρίς την απαραίτητη κομματική (και πρωθυπουργική) στήριξη, έτσι και οι διακηρύξεις για ένα κόμμα συμμετοχικό και ανοιχτό στην κοινωνία πρέπει να ειδωθούν με πολλή καχυποψία, παρουσία παλαιοκομματικών γερόλυκων του ΠΑΣΟΚ (Ρέππα, Πετσάλνικου, Καρχιμάκη) και νεολαίων που φωνάζουν «Αντρέα, ζεις, εσύ μας οδηγείς». Σίγουρα πάντως είναι το μόνο κόμμα που, λόγω της θέσης του, και δεν θα αμφιταλαντεύεται στο θέμα των μνημονίων, και θα έχει μέτωπο με τον δεξιό αυταρχισμό.

° Για το ΠΑΣΟΚ του Ευάγγελου Βενιζέλου απομένει να εκπροσωπεί αυτούς που η πολιτική τους κουλτούρα δεν τους επιτρέπει να ταυτιστούν με τη δεξιά του Σαμαρά, αλλά επί της ουσίας δεν έχουν κάτι διαφορετικό να προτείνουν αυτή τη στιγμή (όπως και κατά τα τελευταία δύο χρόνια διακυβέρνησης). Πολλοί του αναγνωρίζουν υπευθυνότητα που έσωσε την πατρίδα, προσωπικά είδα έλλειψη πολιτικής προκειμένου να διασωθούν τα συμφέροντα λίγων ανθρώπων και με αδιαφορία για τη συνακόλουθη συρρίκνωση των δυνάμεων του κέντρου ή τις επιπτώσεις για τη χώρα. Νομίζω ότι δε θα εξασθενήσει τελείως σε αυτές τις εκλογές, παρά την πόλωση και τον ανταγωνισμό, αλλά στη συνέχεια θα μείνει πίσω από τους άλλους στον αγώνα για την ηγεμονία στο κέντρο.

° Ο ελέφαντας στο δωμάτιο είναι η ακροδεξιά, της οποίας οι επιδόσεις ως συνήθως θα υπερβούν μάλλον τις δημοσκοπήσεις. Παρά την αβεβαιότητα που μπορεί να αισθάνεται κανείς, οφείλουμε όλοι να διαλέξουμε και να ψηφίσουμε ένα δημοκρατικό κόμμα μειώνοντας το ποσοστό των ακροδεξιών και φασιστών, με την ελπίδα να αποτελέσουν μία κακή παρένθεση για όλη την Ευρώπη.

Καλή μας ψήφο, και καλή μας τύχη!



Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Για το Ποτάμι

του Γιάννη Σακελλαρίδη
  1. Ο Σταύρος Θεοδωράκης έχει δηλώσει με πολλούς τρόπους ότι τον ενδιαφέρει να στρέψει την πολιτική συζήτηση σε προτάσεις για τα προβλήματα της χώρας. Έχει επανειλημμένα ορίσει επιτροπές για να επεξεργαστούν θέσεις για διάφορους τομείς, δείχνοντας αυτήν την πρόθεσή του. Η κριτική μας προς το Ποτάμι πρέπει να ξεκινάει και να βασίζεται σε αυτό το κριτήριο – όχι πόσο δημοκρατικό ή του γούστου μας είναι, αλλά σε τι βαθμό επιτυγχάνει σε αυτό που ισχυρίζεται ότι επιδιώκει.
  2. Εδώ μου έρχονται στο νου τα λόγια του πολύ επιτυχημένου μου συναδέλφου, του Κωνσταντίνου Δασκαλάκη (από μία συνέντευξη που δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να βρω, οπότε μεταφέρω όπως τα θυμάμαι), που όταν ρωτήθηκε αν θα μπορούσε να κάνει στην Ελλάδα την έρευνα που κάνει στο ΜΙΤ είπε όχι, διότι τα προβλήματα της έρευνας είναι τόσο χαοτικά που για να τα αντιμετωπίσεις πρέπει να έχεις τα υπόλοιπα ζητήματα της καθημερινότητας λυμένα.
  3. Ακόμα πιο χαοτικά είναι τα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει το κράτος και η πολιτική. Για το λόγο αυτό οι κοινωνίες και τα κόμματα έχουν θεσμούς (ιδεατά, τουλάχιστον): για να λύνουν αυτά που οι περισσότεροι δε θα θέλαμε να μας απασχολούν (εγκλήματα, αδικίες, πρακτικά ζητήματα, διαδικασίες) και να μπορούμε να εστιάσουμε στη δημιουργία και την πρόοδο σε εκείνους τους τομείς που μας ενδιαφέρουν. (Το «μας» σκοπίμως αφηρημένο εδώ, διότι εξαρτάται από το πώς η κάθε συλλογικότητα έχει επιλέξει να ισορροπεί μεταξύ συλλογικών και ατομικών αποφάσεων.)
  4. Με βάση αυτά, το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να κάνει ένα κόμμα που ενδιαφέρεται να «συζητάμε για τα προβλήματα» θα ήταν να ορίσει τον τρόπο με τον οποίο όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να προσέλθει στη συζήτηση, τις βάσεις πάνω στις οποίες αυτή θα γίνει, το χώρο/μέσο στον οποίο θα γίνει, και τον τρόπο με τον οποίο θα οργανωθεί μέχρι τη λήψη αποφάσεων. Δεν είναι βεβαίως όλοι οι χώροι και τρόποι ισότιμοι: πολλοί, π.χ., μπορεί να αποδειχθούν αναποτελεσματικοί ή αποθαρρυντικοί για τη συμμετοχή του επιθυμητού πλήθους (και αυτό λίγο ασαφές, αλλά για το Ποτάμι κάπως σαφές: οι άνθρωποι της πιάτσας, της εργασίας, της γνώσης, έξω απ' τα στεγανά του πολιτικού κόσμου). Σίγουρα, όμως, οι κατάλληλοι κανόνες δεν είναι περιορισμός, αλλά το απελευθερωτικό στοιχείο των δημιουργικών δυνάμεων. Όπως λέει προκαλώντας ο Στραβίνσκι στη Μουσική Ποιητική: «Η ελευθερία μου θα είναι τόσο μεγαλύτερη και πιο ουσιαστική, όσο πιο πολύ περιορίσω το πεδίο της δράσης μου και τοποθετήσω γύρω μου εμπόδια. Οτιδήποτε μειώνει τους περιορισμούς μειώνει και τη δύναμή μου. Όσο πιο πολλούς περιορισμούς βάλει κανείς, τόσο πιο πολύ απελευθερώνεται από τις αλυσίδες που φυλακίζουν το πνεύμα.»
  5. Εδώ και πάνω από μισό χρόνο είναι ελάχιστες φορές που έγιναν τα παραπάνω: μπορώ μόνο να θυμηθώ τις διαδικτυακές φόρμες όπου μπορούσε κανείς να καταθέσει τις προτάσεις του (χωρίς, όμως, να γνωρίζει από ποιους και πώς αξιολογούνται). Κατά τα άλλα, καταστατικά καταπατήθηκαν και άλλαξαν για να καταπατηθούν ξανά την επόμενη μέρα,1 οι θεσμοθετημένες επιτροπές του κόμματος είναι χωρίς αντικείμενο ή με ρόλο διακοσμητικό,2 μέλη των οργάνων και στενοί συνεργάτες του επικεφαλής εκπαραθυρώνονται με αντικανονικό και μειωτικό τρόπο που θυμίζει τα χειρότερα των ελληνικών κομμάτων.3
  6. Αντί για αυτά, έχουμε τουλάχιστον πέντε φορές δει να προελαύνει μια πασαρέλα ονομάτων χωρίς (με την εξαίρεση των υποψηφίων ευρωβουλευτών) σαφή ρόλο και ευθύνες: στην ιδρυτική ανακοίνωση, στις ευρωεκλογές, στην Πανελλήνια Επιτροπή, στην Επιτροπή «Δια Ταύτα»4 και, εσχάτως, τους 51 «τομεάρχες».
  7. Ας σκεφτεί ο καθένας τι είδους ανθρώπους θα προσελκύσουν τέτοιες δομές, ανεξάρτητα από τις προθέσεις του επικεφαλής ή της ηγετικής ομάδας, και τι είδους συμπεριφορές καλλιεργούν. Από περιοχή σε περιοχή θα υπάρχουν βεβαίως διαφορές, αλλά η εμπειρία μου από την ομάδα του εξωτερικού και τα διαδικτυακά φόρουμ συζητήσεων επιβεβαιώνεται από όσα έχω ακούσει από άλλες οργανώσεις: ελάχιστη κουβέντα επί της ουσίας, διαρκώς φθίνουσα συμμετοχή από την ίδρυση του κόμματος μόλις οκτώ μήνες πριν, επιβίωση αυτών που ξέρουν να εφευρίσκουν δικαιολογίες για τα λάθη του κόμματος και να καλλιεργούν τις προσωπικές τους σχέσεις. Για να μην αναφερθώ στην απόλυτη αποθράσυνση ανθρώπων που από το πουθενά αισθάνθηκαν ότι είναι σε θέση ισχύος χωρίς να λογοδοτούν σε κανέναν πλην του αρχηγού, και ενεργούν αυθαίρετα.5
  8. Η θέση μου είναι ότι πλέον τα περιθώρια για δικαιολογίες εξαντλήθηκαν, είναι σαφές ότι δεν υπάρχει καμία διάθεση να δημιουργηθεί κάτι οργανωτικά υγιές και πολιτικά σοβαρό (πιο σοβαρό από την πασαρέλα) και θα αρχίσουμε να βλέπουμε αυτό που είδαμε σε άλλα κόμματα που ξεκίνησαν καλά (όπως η ΔΗΜΑΡ): Να φεύγουν ένας-ένας οι αξιόλογοι άνθρωποι, για να παραμείνουν οι μέτριοι και οι αυλοκόλακες. Δε δείχνει όμως ούτε σοφό ούτε αξιόλογο άνθρωπο το να την πατάς για πολλαπλή φορά, ή να την πατάς ακριβώς όπως την πάτησαν άλλοι. Και εδώ έγκειται το πρόβλημα: ότι από αυτούς που θεωρούμε σοβαρούς και διαφορετικούς από τους ανθρώπους των «παλιών» κομμάτων, λίγοι είναι και, ακόμα χειρότερα, αρνούμαστε να τους ξεχωρίσουμε. Αρνούμαστε να επιβραβεύσουμε αυτόν που ενεργεί θεσμικά και να επικρίνουμε αυτόν που αυθαιρετεί ή κάνει τα στραβά μάτια, αρνούμαστε να αναγνωρίσουμε το θάρρος όσων διατυπώνουν εύστοχη κριτική και να αποθαρρύνουμε τους yesmen, αρνούμαστε να απαιτήσουμε διαφάνεια και κανόνες.
  9. Είναι τουλάχιστον αστείο, ανεξαρτήτως προθέσεων, ένα κόμμα με τέτοια οργάνωση και έλλειψη θεσμών να λέει ότι θέλει να αλλάξει την Ελλάδα, όταν το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας είναι η αυθαιρεσία που ξεκινάει από το πρωθυπουργικό γραφείο και κυριαρχεί σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας. Είναι αστείο καθηγητές νομικής να δικαιολογούν με την παρουσία τους ένα εγχείρημα που δεν δείχνει να έχει την παραμικρή πρόθεση θεσμικής λειτουργίας. Είναι αστείο να βλέπεις ανθρώπους που έκαναν αναλύσεις για insiders και outsiders να έχουν μετατραπεί σε παράγοντες αδιαφάνειας με το που βρέθηκαν στους insiders. Και είναι απαραίτητο όσοι απ' αυτούς καταλαβαίνουν (διότι είπαμε, από τους «αξιόλογους» λίγοι είναι όντως) να διασώσουν την τιμή του χώρου ιδεών που εκπροσωπούν λέγοντας τα πράγματα με το όνομά τους.
  10. Ο καθένας βέβαια αποφασίζει για τον εαυτό του ποια είναι τα όριά του και πότε είναι η κατάλληλη στιγμή να αντιδράσει. Για εμένα η κατάλληλη στιγμή είναι πάντα η πλησιέστερη, και νομίζω ότι αν ενθαρρύναμε την κριτική και μαθαίναμε να ξεχωρίζουμε τους «αξιόλογους» στη βάση των έργων και της συνέπειάς τους, θα μπορούσαμε επιτέλους να φτιάξουμε κάτι που δεν θα ακολουθήσει τη γνωστή πορεία. Το Ποτάμι είχε μια πολύ θετική παρουσία στην αρχή καθώς, χάρη στη δημοτικότητα και το πολιτικό ένστικτο του ηγέτη του, κατάφερε να βγάλει από την αφάνεια ένα σύνολο προοδευτικών και φιλελεύθερων ιδεών που πάλευαν να περάσουν το 1% και μένουν αποκλεισμένες από το πολιτικό σύστημα του κρατικοδίαιτου ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Όπως η ΔΗΜΑΡ όμως προέβαλλε συνθηματικά την ιδέα της αριστεράς των μεταρρυθμίσεων χωρίς ποτέ να στηρίξει μεταρρυθμίσεις, έτσι και το Ποτάμι αποτυγχάνει μέχρι στιγμής να αποδείξει συνέπεια προς τις διακηρύξεις του,6 και ταυτοχρόνως δεν έχει προβλέψει εσωτερικούς μηχανισμούς με τους οποίους θα μπορούσαν τα λάθη να επισημανθούν και να διορθωθούν. Σε ένα περιβάλλον όπου για να πεις τη γνώμη σου πρέπει να αγνοήσεις τη φασαρία που κάνουν οι αυτόκλητοι υπερασπιστές της κομματικής ορθότητας (και που όλο και περισσότερο θα γίνεται έτσι), δεν υπάρχει περίπτωση σοβαρών διορθωτικών κινήσεων. Το χειρότερο είναι ότι αυτή η προδιαγεγραμμένη πορεία θα διαβάλει σιγά σιγά τις ιδέες που υποτίθεται ότι θέλει να υπερασπιστεί, όπως ο υπαρκτός «φιλελευθερισμός» των διαπλεκομένων διέβαλε και έθαψε το φιλελευθερισμό για πολλές δεκαετίες στη χώρα μας και η «αριστερά» του Τσίπρα που στάθηκε δίπλα σε κάθε συντεχνία και είπε όχι σε όλες τις μεταρρυθμίσεις διαβάλλει τις αξίες της αριστεράς. Επομένως, ό,τι στάση και αν κρατήσουμε ως ψηφοφόροι, έρχεται η στιγμή που η συμμετοχή ως μέλος-«εθελοντής» ενός κόμματος, στο βαθμό που δε διαχωρίζεις τη θέση σου από λανθασμένες πρακτικές, κάνει περισσότερο κακό παρά καλό.
1Το ιδρυτικό καταστατικό του κόμματος δεν τηρήθηκε ποτέ: Τα όργανα που προέβλεπε δεν ορίστηκαν, οι διαδικασίες επιλογής συνέδρων για το πρώτο συνέδριο έγιναν με βάση το καταστατικό που … αυτοί οι ίδιοι σύνεδροι ψήφισαν την πρώτη μέρα του συνεδρίου. Και αν όλα αυτά δικαιολογηθούν στη βάση της προχειρότητας και της βιασύνης που υπήρχε όταν ιδρύθηκε το κόμμα, τίποτα δε δικαιολογεί το ότι την επόμενη μέρα της ψήφισης του νέου καταστατικού, αυτό παραβιάστηκε και τελεί ακόμα υπό παραβίαση, με μόνο 2/7 εκλεγμένα μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής γυναίκες (από τουλάχιστον 33% που ορίζει το καταστατικό) και ένα μέλος της ίδιας Επιτροπής να μην έχει υπάρξει σύνεδρος (αντίθετα με όσα ορίζει το καταστατικό). Όταν ανέφερα το θέμα στον πρόεδρο της Επιτροπής Δεοντολογίας μου έγραψε να … μην οχυρώνομαι πίσω από το καταστατικό – αυτά από την Επιτροπή Δεοντολογίας! Κοτζάμ καθηγητές νομικής, μέχρι σήμερα, σφυρίζουν αδιάφορα κάθε φορά που τους τίθεται αυτό το θέμα.

2Χαρακτηριστικό είναι ότι καμία από τις θέσεις που έχει ανακοινώσει το κόμμα από το συνέδριό του και μετά δεν έχει πάρει την έγκριση της Πανελλήνιας Επιτροπής που, κατά τα άλλα, είναι το «ανώτατο συλλογικό όργανο» μεταξύ συνεδρίων, σύμφωνα με το καταστατικό. Αυτό οδήγησε και στο γνωστό επεισόδιο με τη «διαγραφή μέσω SMS» του μέλους της ΠΕ Κ. Πατέστου, που όλοι βολικά ισχυρίζονται ότι δεν ήταν διαγραφή διότι θα αναλάμβανε η Επιτροπή Δεοντολογίας, αν ο Κ.Π. δεν αποφάσιζε να παραιτηθεί.

3Εκτός απ' την περίπτωση Πατέστου, ας θυμηθούμε και τον πρώην συντονιστή των εθελοντών Δ.Παπαδημητριάδη, που εκπαραθυρώθηκε με ανακοίνωση που τον κατηγορούσε ότι θύμωσε που δεν ήταν υποψήφιος ευρωβουλευτής, ανακοίνωση που προερχόταν, όχι τυχαία (και όσο πάει επιβεβαιώνεται η ικανότητα των ίδιων ανθρώπων να ελίσσονται από το ένα κόμμα στο άλλο), από πρώην στέλεχος του κόμματος Δημιουργία, Ξανά.

4Για να δούμε το κατά πόσο αυτές οι επιτροπές έχουν ρόλο, μέλος της επιτροπής «Δια ταύτα» έψαχνε να βρει ποιος έγραψε τις θέσεις στον τομέα της ειδικότητάς του, μετά την ανακοίνωσή τους στις 21 Σεπτεμβρίου.

5Ενδεικτικά αναφέρω – έχω ακούσει χειρότερα – ότι ο εκ των κεντρικών συντονιστών για τους εθελοντές Μιχάλης Θεοχάρης λογοκρίνει τις αναρτήσεις στις διαδικτυακές ομάδες των εθελοντών χωρίς καν να το αναφέρει, και όταν του ζήτησα το λόγο για μία ανάρτησή μου μου απάντησε ότι θα έπρεπε να είχε διαγράψει εμένα, όχι την ανάρτηση. Την ντροπή μου που κάθομαι και ασχολούμαι με τέτοια και τέτοιους την υπερβαίνω, και υπερέβαινα πάντα, στη βάση της πεποίθησης ότι η δημοκρατία απαιτεί να μην τους εκχωρούμε το δημόσιο χώρο – τουλάχιστον όχι χωρίς μάχη.

6Από το «φρέσκο γάλα μέχρι πέντε μέρες» μέχρι τα πιο πρόσφατα «τα τελευταία χρόνια το Δημόσιο Πανεπιστήμιο έγινε σάκκος του μποξ από όψιμους μεταρρυθμιστές» (21/09/14), «κάθε γειτονιά πρέπει να έχει όσους μετανάστες μπορεί να αντέξει» (Αγ. Παντελεήμονας, 5/10/14) και «να φύγει το ΔΝΤ αλλά να υπάρξει ένα πατριωτικό σχέδιο δράσης» (στον «Ενικό», 13/10/14), πάντα όταν έρχεται η κουβέντα στα μέτωπα της επικαιρότητας ο Σταύρος Θεοδωράκης φαίνεται να πηγαίνει με το ρεύμα.

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Το ορατό ρήγμα



Οι pundits ανησυχούν και διαμαρτύρονται: το Ποτάμι δε μας λέει σε ποια ευρωομάδα θα ενταχθεί.

Δεν έδειξαν την ίδια ανησυχία όταν αποτυχημένα κόμματα έσπευδαν να φορέσουν έναν ευρωπαϊκό φερετζέ προκειμένου να κρύψουν τη γύμνια της πολιτικής τους. Όταν το ΠΑΣΟΚ και οι συνεργαζόμενοι έγιναν «Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα» διότι δεν είχαν κάτι να πουν (και τόσους μήνες, μ'όλα τα σοβαρά άτομα που ενεπλάκησαν στο εγχείρημα της Ελιάς, δεν μπόρεσαν να πουν τίποτα). Όταν γίνεται είδηση στα ΜΜΕ ότι «ο Αντώνης Σαμαράς στηρίζει Γιούνκερ για την προεδρία της Κομισιόν», για να θυμηθούμε ότι και η ΝΔούλα ανήκει σε μία ευρωπαϊκή υπερομάδα, άσχετο αν πρόδωσε και προδίδει όλες τις αρχές της συγκεκριμένης ομάδας. Όταν για τον Αλέξη Τσίπρα πολιτική ευρωπαϊκών συμμαχιών σημαίνει τη στήριξή του από μία παντού μειοψηφούσα πολιτική ομάδα. Όταν η ηγεσία των Οικολόγων Πρασίνων που ρέπει μέχρι και στον εθνικολαϊκισμό κρατάει ως φύλλο συκής τη σφραγίδα του Ευρωπαϊκού Πράσινου Κόμματος. Όταν η Δράση παράτησε τον καινοτόμο πολιτικό της λόγο προς όφελος του φιλελεύθερου λαϊκισμού και της σφραγίδας του Κόμματος Φιλελευθέρων και Δημοκρατών που εξασφάλισε ο τελευταίος της πρόεδρος.

Οι συμμαχίες στην Ευρώπη είναι ιδιαίτερα χρήσιμες, και για όλα τα παραπάνω κόμματα βάζουν ένα φρένο στην εγγενή ροπή προς την ελληνοκεντρική αυτοαναφορικότητα. Όπως όμως έλεγε ο Π. Κονδύλης, η αξία μιας συμμαχίας για μια ορισμένη πλευρά καθορίζεται από το ειδικό βάρος της πλευράς αυτής μέσα στο πλαίσιο της συμμαχίας. Στο νέο κόμμα, λοιπόν, το Ποτάμι, δεν αναγνωρίζεται το δικαίωμα να σταθμίσει το ειδικό του βάρος και να επιλέξει εκ των υστέρων τις συμμαχίες του με βάση την πολιτική ατζέντα που θα διαμορφώσει, το φλερτ που θα του γίνει και τη διαμόρφωση των συσχετισμών στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Υιοθετείται το πρωτείο της ιδεολογίας έναντι της πολιτικής: πιο σημαντικό από τη διαμόρφωση πολιτικών προτάσεων είναι να αποφασίσει σε ποιον χώρο ανήκει. Το αστείο είναι ότι τέτοιου είδους κριτική γίνεται και από αυτούς που διαμαρτυρήθηκαν για την απόφαση των «58» να ενταχθούν στο PES τη στιγμή που καλούσαν σε σύμπραξη και τους φιλελεύθερους. Είναι φανερό ότι αυτή η κριτική δεν είναι πάντοτε αθώα.

Η κριτική αυτού του είδους όμως, και κυρίως η καλοπροαίρετη, αποκαλύπτει ένα ρήγμα στον άμορφο χώρο μεταξύ παραδοσιακής Δεξιάς και λαϊκιστικής Αριστεράς, ρήγμα του οποίου οι συντεταγμένες δημιουργούν σύγχυση σε όσους αισθάνονται ότι κατέχουν την απόλυτη αλήθεια στο πώς (πρέπει να) διεξάγεται η πολιτική. Αίσθηση που δεν οφείλεται σε τίποτα άλλο από την παραδοσιακή εγγύτητα ενός χώρου διανόησης στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, παρά το γεγονός ότι στην ονομαστική τους αξία οι απόψεις του χώρου αυτού απέχουν πολύ τόσο απ' την πρακτική των κυβερνώντων όσο και από οποιαδήποτε λαϊκή αναγνώριση θα μπορούσε να δικαιολογήσει τέτοια εγγύτητα. Συνήθισαν λοιπόν να μιλούν από καθέδρας και να διανθίζουν με ιλαρό τρόπο μία πραγματικότητα που τίποτα το προοδευτικό ή το αποτελεσματικό δεν περιείχε, δίνοντας διαλέξεις περί του δέοντος και του εφικτού. (Η Ελιά μάς προσφέρει και πάλι άφθονα παραδείγματα προς αποφυγή, ή για γέλιο.) 

Το Ποτάμι έρχεται να ταράξει τις ιεραρχίες και ιεραρχήσεις της κεντροαριστεράς, τονίζοντας το πρωτείο της πολιτικής έναντι της ανούσιας ιδιολέκτου του ελληνικού δημόσιου χώρου. Η συμβολική, αλλά και πρακτική του απόφαση να αποκλείσει ανθρώπους των κομματικών μηχανισμών (περισσότερα εδώ) διεκδικεί τον απεγκλωβισμό από την συναινετική στάση της ελίτ απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα που επί τριάντα χρόνια διαλαλεί τις υποτιθέμενες κοινωνικές και οικονομικές του κατακτήσεις, κάνοντας ότι δε βλέπει τις ασθενέστερες χώρες να μας προσπερνούν μία μία και οδηγώντας μας τελικά στην καταστροφή (η οποία, πολύ βολικά, αποδίδεται σε μία και μόνο κυβέρνηση). Της ελίτ για την οποία η πολιτική είναι πολύ σοβαρό πράγμα για να αφεθεί σε ερασιτέχνες, αλλά αν αυτοί οι ερασιτέχνες τυχαίνει να είναι τέκνα μιας πολιτικής οικογένειας ή πολιτευτές που πρέπει κάπου να βολευτούν αναγκάζεται να συναινέσει εξασκώντας την τέχνη του εφικτού. 

Μέσα σε δύο βδομάδες το Ποτάμι έχει δώσει ένα αρκετά σαφές στίγμα για τη στάση του απέναντι στα σημαντικά ζητήματα (σε αντίθεση, π.χ., με τα τρία κόμματα ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ που ούτε για την έξοδο στις αγορές δεν έχουν πάρει θέση), και η δημοφιλία του έχει ήδη καταρρίψει το μύθο του «έτσι μόνο γίνεται». Μένει να δούμε αν τα θετικά δείγματα γραφής θα συνεχιστούν με τη δημιουργία μίας διαφανούς, οργανωμένης συλλογικότητας. Το σίγουρο όμως είναι ένα: Η αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος δεν είναι πλέον μόνο ένα χαρακτηριστικό των άκρων, όπως υπαγορεύει η εικονική πραγματικότητα των κεντροαριστερών και κεντροδεξιών μας ελίτ. Και στο ρήγμα που φανερώνεται, δεν υπάρχουν εκ του ασφαλούς κριτές παρά μόνο θέσεις.

Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

Ο Μπίστης, ο Χατζημαρκάκης και ο μέσος Γερμανός



Αν δεχτούμε ότι «όλοι τα φάγαμε» και ότι «αυτή είναι η Ελλάδα» (ας το ονομάσουμε αυτό «υπόθεση της πλήρους αντιστοιχίας», μεταξύ λαού και πολιτικών, εννοείται), τότε πρέπει να δεχτούμε ότι το ίδιο ισχύει και για τη Γερμανία, και άρα και ο τελευταίος σχεδόν Γερμανός θεωρεί ασυγχώρητο παράπτωμα την επιστημονική λογοκλοπή, αφού και ο τελευταίος Γερμανός πολιτικός που υπέπεσε σε αυτό το παράπτωμα είδε την καριέρα του να καταστρέφεται.

Κάτι τέτοιο βεβαίως δεν μπορεί να ισχύει – σε ποια χώρα έλλειψαν οι λωποδύτες ή οι ωχαδερφιστές για να λείψουν από τη Γερμανία; – φαίνεται όμως ότι οι ηθικοί κανόνες που ισχύουν για τους Γερμανούς πολιτικούς είναι αυστηρότεροι αυτών που αντιστοιχούν στο μέσο επίπεδο του λαού, επομένως η υπόθεση της πλήρους αντιστοιχίας είναι άκυρη.

Για κακή μας τύχη όμως, ο τελευταίος Γερμανός πολιτικός που υπέπεσε στο παράπτωμα της επιστημονικής λογοκλοπής είναι και Έλληνας, και βρήκε τη λύση στο πολιτικό του τέλμα με τη δραστηριοποίησή του στην ελληνική πολιτική, αφού πρώτα φρόντισε να φιλοτεχνήσει το απαραίτητο αντιγερμανικό προφίλ. Έχει κανείς αμφιβολία ότι θα βρει το δρόμο του και θα στεριώσει; Πιστεύει κανείς, μάλιστα, ότι δε θα μπορούσε με τον καιρό να σταδιοδρομίσει σε ένα από τα κυβερνητικά κόμματα, που θα εκτιμούσαν την «εμπειρία του» και τους «αγώνες του» για τα ελληνικά συμφέροντα, αφήνοντας την κάπως άσχετη υπόθεση της λογοκλοπής σε δεύτερη μοίρα;

Τι είναι αυτό που μας κάνει τέτοια μπανανία; Αυτές οι ερωτήσεις επιδέχονται απαντήσεις σε πολλά επίπεδα, αλλά στην επιφάνεια δε βρίσκεται τίποτα άλλο από την ανοχή μας σε τέτοια φαινόμενα – φαινόμενα διαφθοράς και αναξιοκρατίας. Και ειδικά η ανοχή των ελίτ που αντιλαμβάνονται το πρόβλημα, και των οποίων οι αντίστοιχες στη Γερμανία έχουν επιβάλει στην πολιτική μία ηθική αυστηρότερη αυτής του συνόλου της κοινωνίας. Και πώς θα σταματήσουμε να είμαστε μπανανία; Και πάλι πολλά τα επίπεδα της απάντησης, αλλά εκεί που καταλήγουν όλα είναι στο τέλος της ανοχής.

Στη συζήτηση για την ανασύνθεση της Κεντροαριστεράς, θεωρείται τελείως φυσιολογική η συμπόρευση με ένα κόμμα που διορίζει τον Παπουτσή εκπρόσωπο της χώρας στην Παγκόσμια Τράπεζα, που κρατάει τα αποτελέσματα του λογιστικού ελέγχου στα ταμεία του κλειδωμένα στο γραφείο του προέδρου, που συμμετέχει στη νομή των δημοσίων θέσεων από μία κυβέρνηση συνεργασίας με το σύστημα 4-2-1, που μετέτρεψε τη Βουλή για μήνες σε θέατρο αθυροστομίας με αφορμή ένα υποτιθέμενο αδίκημα που είχε παραγραφεί. «Όλοι κερδίζουν», διαβεβαιώνει ο Νίκος Μπίστης, και αυτοί που θέλουν το κράτος λάφυρο των κομμάτων, και αυτοί που δεν το θέλουν. Εξάλλου, τα παπαγαλάκια του κόμματος έχουν ήδη διαμηνύσει ότι η συμμετοχή του Ρέππα, του Σκανδαλίδη, της Βάσως Παπανδρέου αποτελεί κάλεσμα στις υγιείς δυνάμεις της παράταξης· τι εμποδίζει, εμάς τους προοδευτικούς, να μπούμε σε μία win-win συμπόρευση με αυτούς;

Ο κύριος Μπίστης θέλει να παραμείνουμε μπανανία.

Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

Όταν ο Αντώνης έκανε τον Αλέξη αξιωματική αντιπολίτευση, και ο Αλέξης τον Αντώνη πρωθυπουργό

Το'να χέρι νίβει τ'άλλο, και τα δυο το πρόσωπο.

Αμήχανα αλλά με θράσος, μετά από την αποκάλυψη του πόσο καταστροφική ήταν η πενταετία Καραμανλή, ο Αντώνης Σαμαράς και τα παπαγαλάκια του κατασκεύασαν το μύθο της δήθεν «κρίσης χρέους» που δημιούργησε ο ΓΑΠ και η οποία διαχωρίζεται από την «κρίση ελλείμματος» που δεν μπόρεσε να «διορθώσει» ο προκάτοχός του:



Με την Αριστερά κανείς δεν ασχολιόταν τον καιρό εκείνο, αλλά ο Αντώνης είχε ανέβει στα κεραμίδια κατά των οποιωνδήποτε οικονομικών μέτρων της κυβέρνησης:

http://www.antinews.gr/2010/03/05/36409/

Όπως φαίνεται από το παραπάνω άρθρο, το οποίο είναι προγενέστερο (Μάρτης του '10) της προσφυγής στο ΔΝΤ (Απρίλης), η κοινή γνώμη ακολουθούσε. Για να λένε ακόμα και οι δεξιοί «όχι στις μειώσεις μισθών», σου λέει ο άλλος, η κυβέρνηση Παπανδρέου (του Αμερικάνου) εκτελεί ξένες εντολές και δεν υπερασπίζεται τα συμφέροντα του λαού. (Εδώ να σημειώσουμε τις ευθύνες της κυβέρνησης Παπανδρέου που όντως δεν υπερασπίστηκε τα συμφέροντα του λαού, και μείωνε τα πάντα οριζοντίως αντί να κόψει μέσα στον πρώτο μήνα τα προνόμοια των συντεχνιών, προνόμια που συνέχισαν να ανθίστανται χρόνια αργότερα, όπως στην περίφημη απεργία των υπαλλήλων της Αττικό Μετρό – αυτών που διπλασιάστηκαν επί Καραμανλή – που ζητούσαν με τη συμπαράσταση του Αλέξη να συνεχίσουν να πληρώνονται περισσότερο από καθηγητές πανεπιστημίου· αλλά προτρέχω, και επειδή κανείς από τους ήρωες του άρθρου μας δεν εγκάλεσε ποτέ τον ΓΑΠ για αυτά που έπρεπε να τον εγκαλέσει, θα τον αφήσω στην ησυχία του.)

Προσέξτε (πάλι από το ίδιο άρθρο) και το σχήμα του επιχειρήματος: εισάγονται οι «κόκκινες γραμμές», που αργότερα θα γίνονταν πολύ της μόδας στο στόμα του Φώτη του Κουβέλη και του Βαγγέλη του Βενιζέλου· απορρίπτονται όλα τα μέτρα που θα έχουν άμεση επίπτωση στην τσέπη του πολίτη (μειώσεις μισθών, αυξήσεις καυσίμων) με την εξαίρεση ειδών πολυτελείας και ποτών· και τελικά «λεφτά υπάρχουν» στη δημόσια περιουσία και τα «λειτουργικά έξοδα» (γενικώς και αορίστως).

Η ολική απονομιμοποίηση των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής και της προσφυγής στο μηχανισμό στήριξης, από τον ηγέτη του υποτιθέμενου αστικού κόμματος, βύθισε το δημόσιο διάλογο στα επίπεδα της ατάκας, από τα οποία ακόμα να συνέλθει, και έλυσε τα σκυλιά, δηλαδή τα κοπρόσκυλα που είχαν φυλαγμένα στα μαντριά τους η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, ταϊζοντάς τα από τα δανεικά και ό,τι είχε απομείνει από φορολογικά έσοδα. Κοπρόσκυλα που πέρα από γραφικούς, αλλά πέρα ως πέρα αντιπροσωπευτικούς, τύπους σαν τον Καμμένο, συμπεριλαμβάνουν τα συμφέροντα των κρατικοδίαιτων εκδοτών (ο Τράγκας και ο Κουρής – βλ. φωτό παραπάνω – φρόντισαν να δείξουν με κάθε τρόπο τη δυσαρέσκειά τους), των κλειστών επαγγελμάτων, και βεβαίως τις συντεχνίες του Δημοσίου που κυβερνούν το κράτος, π.χ. έτσι. (Παρατηρούμε επίσης ότι η συντριπτική πλειοψηφία της διοίκησης της ΓΣΕΕ εκπροσωπεί δημοσίους υπαλλήλους και τραπεζικούς – οι οποίοι επίσης στηρίζονται πλέον σε κρατικούς πόρους).

Η πρώτη δημοσκόπηση μετά την προσφυγή στην τρόικα δεν αποτυπώνει εκλογικές ανατροπές, αλλά μία γρήγορη απονομιμοποίηση των κυβερνητικών επιλογών στη γραμμή της ΝΔ. Η μεγάλη αγκαλιά του Αντώνη όμως στον κάθε πικραμένο δε θα μπορούσε να χωρέσει αυτούς που μια ζωή όμνυαν στο σοσιαλισμό, όπως το γνωστό εργατολόγο (οι πρόσφατες εξελίξεις με τους συμβασιούχους ήρθαν να μας θυμίσουν τι μεγάλη μπίζνα έχει στηθεί από εργατολόγους, παρεπιπτόντως), και εκεί μπαίνει στο παιχνίδι ο ευφυής Αλέξης, που στις αυτοδιοικητικές εκλογές (Νοέμβρης 2010) κάνει το colpo grosso: Κατεβάζει τον εργατολόγο από το βαθύτερο ΠΑΣΟΚ στην Περιφέρεια Αττικής, και δίνει το σύνθημα «Το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ»:






Ταυτόχρονα, συνειδητοποιεί τη μεγάλη ευκαιρία που του δίνει η αντιπολιτευτική τακτική του Αντώνη, ο οποίος λόγω θέσης (αξιωματική αντιπολίτευση) δεν μπορεί να την τραβήξει στα άκρα: Το δίλημμα είναι ναι ή όχι στο Μνημόνιο.

Έτσι έρχεται σιγά σιγά ο Αλέξης να πάρει τη θέση που του αρμόζει στη νεότερη ιστορία μας, διεκδικώντας λίγο λίγο απ' τον Αντώνη τον πρώτο λόγο στον αντιμνημονιακό αγώνα, στην αρχή χωρίς ορατά δημοσκοπικά αποτελέσματα για τον ίδιο (έλαβε 6,23% στην περιφέρεια Αττικής, είχε 3,2% σε δημοσκόπηση τον επόμενο Απρίλιο), αλλά με σταθερή πτώση του δικομματισμού (40% τον Απρίλιο). Το χαρακτηριστικό των αυτοδιοικητικών εκλογών και εκείνου του χειμώνα ήταν η πανσπερμία των «αριστερών» αντιμνημονιακών δυνάμεων (οι δεξιές ήταν ακόμα στη ΝΔ) – χρειάζονταν χρόνο εκατέρωθεν μέχρι να συναντηθούν στο χωνί του ΣΥΡΙΖΑ.

Η λυσσαλέα αντιπολίτευση του Αντώνη, όμως, που για λογαριασμό του εαυτού του και συμφερόντων που θίγονταν από τους λιγοστούς μεταρρυθμιστές υπουργούς του ΓΑΠ (κάποιους από τους οποίους ο Ρέππας αποκάλεσε περιφρονητικά «αυτοδημιούργητους») δεν έδινε σπιθαμή γης, σε συνδυασμό με το εσωτερικό ροκάνισμα από το βαθύ ΠΑΣΟΚ και κάποιον που ήθελε να «πάρει το ΠΑΣΟΚ» πάσει θυσία, κλόνισαν την κυβέρνηση που εκείνο το καλοκαίρι του '11 έδειχνε να στερεύει από δυνάμεις. Στο λαϊκό επίπεδο, το κίνημα των αγανακτισμένων απέδειξε την ευρύτατη απήχηση των αντιμνημονιακών συνθημάτων, και έδωσε την ευκαιρία στην Άκρα Δεξιά (άλλη μία γενναία προσφορά της ρατσιστικής ατζέντας του Αντώνη, εν μέρει) να οργανωθεί, την ώρα που στην κάτω πλατεία έκαναν λαϊκές συνελεύσεις για να λύσουν με αμεσοδημοκρατικό τρόπο τα προβλήματα του διεθνούς καπιταλισμού. Χρειάστηκε ένας μετασχηματισμός για να περάσει το Μεσοπρόθεσμο και να πάρει η κυβέρνηση μερικούς μήνες ζωής ακόμα. Παρεπιπτόντως, η Αριστερά της Ευθύνης σφύριζε αδιάφορα, και περίμενε να σώσει τη χώρα ένα χρόνο αργότερα, χέρι χέρι με τον Αντώνη.

Ακολούθησε το δραματικό στοίχημα του Παπανδρέου τον Οκτώβρη του '11 με το δημοψήφισμα, μετά το οποίο ήταν πολιτικά νεκρός. Παραδόξως, η αστάθεια δημιούργησε εξίσου μεγάλα προβλήματα στον Αντώνη, που έπρεπε να ξεκινήσει τις κωλοτούμπες που θα τον οδηγούσαν στο 18,85% των εκλογών του Μαΐου, το χαμηλότερο ποσοστό στην ιστορία της Νέας Δημοκρατίας και – υπό φυσιολογικές συνθήκες – ικανό να τον οδηγήσει στην εξαφάνιση. Προτρέχουμε όμως διότι μεσολάβησε από Νοέμβρη μέχρι Μάη η κυβέρνηση Παπαδήμου. Αλλά επειδή αντιμετώπισε την ίδια δυναμική, δηλαδή αγανακτισμένους (ο χαρακτηρισμός «χούντα», παρόλο που είχε συντριπτική δεδηλωμένη, τα λέει όλα) και αδιάφορο σφύριγμα  («ήττα της πολιτικής»), την προσπερνάμε ως το αναγκαίο μεσοδιάστημα που χρειάζονταν οι ήδη μαγειρεμένες συνταγές να δέσουν. Το ότι, π.χ., εκείνη την εποχή θα μπορούσε να είχε λήξει το θέμα της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, να φύγει ο φόβος της δραχμής και να αρχίσει σιγά σιγά να επανέρχεται η σταθερότητα φαίνεται να μην πολυαπασχολεί την πλειοψηφία των δημοσιογράφων, και των όψιμων σωτήρων που πλέον παριστάνουν τα τέρατα υπευθυνότητας για λογαριασμό της χώρας.

Και ερχόμαστε στην επομένη των εκλογών της 6ης Μαΐου 2012, τότε που ο δικομματισμός παρέπαιε και οι ηγέτες του είχαν βρεθεί σε πλήρη ανυποληψία. Πώς έγινε και έξι βδομάδες μετά στις 17 Ιουνίου, ο Αντώνης έγινε Λάζαρος και βρέθηκε στο τιμόνι της χώρας, οδηγώντας την σε μία πιο σταθερή εποχή (αφού, βεβαίως, δεν έχει να αντιμετωπίσει την αντιπολίτευσή του); Τι μεσολάβησε; Ποιος τον μετέτρεψε από παρία σε εθνικό ηγέτη;

Η απάντηση εναπόκειται στην ευφυΐα του αναγνώστη και της αναγνώστριας. Μεταφέρω μόνο το εξής περιστατικό από προσωπική κουβέντα με καθηγητή του ΕΜΠ που κάποτε διαδραμάτιζε ηγητικό ρόλο στο ΣΥΡΙΖΑ: Όταν ρωτήθηκε για το πού θα έβρισκαν τα λεφτά αν τη Δευτέρα έλεγε η τρόικα «δε δίνω άλλω», απάντησε: «Ε, τόσες χώρες υπάρχουν στον κόσμο, όλο και κάποια θα βρεθεί να μας δανείσει.» Τέτοιο ήταν το επίπεδο της ανάλυσης εκείνο το πρωί της 7ης Μαΐου, στηριγμένης στις στοιβαρές εγγυήσεις του γνωστού οικονομολόγου που, όπως επί Κυπριακής κρίσης δέκα μήνες αργότερα, διαβεβαίωνε ότι όλοι μπλοφάρουν.

Πολύ απλά, τη Δευτέρα της 18ης Ιουνίου ο κόσμος θα έκανε ουρές έξω από τις τράπεζες, όπου θα θεωρούσε ότι είναι κλειδωμένα τα λεφτά του. (Αυτό το τελευταίο έχει πολλή πλάκα: δείτε το βίντεο από την Αργεντινή στην πολύ καλή εκπομπή των Νέων Φακέλων όπου ο κόσμος ήθελε να μπει και να πάρει τα λεφτά του· βεβαίως, οι τράπεζες πολλαπλασιάζουν το χρήμα και δεν το έχουν στα σεντούκια τους.) Εκ των υστέρων, αυτό που είναι ανατριχιαστικό είναι πόσο λίγοι φαίνεται να είχαν, και να έχουν, συνειδητοποιήσει πόσο πιθανό ήταν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Και αυτό δείχνει, όχι μόνο την κατάντια της υπαρκτής Αριστεράς, αλλά και σε ποιο σημείο απελπισίας και κινδύνου έχουν φέρει την Ελλάδα οι κυρίαρχες, «αστικές» πολιτικές δυνάμεις – ας το σκεφτούν αυτό οι διάφοροι σωτήρες που νομίζουν ότι μπορούν να συνεχίσουν το business as usual.

ΥΓ: Σε εκείνες τις αυτοδιοικητικές εκλογές του Νοεμβρίου 2010 γεννήθηκε και μία άλλη ιστορία, της οποίας ο μίτος ξετυλίγεται ακόμα, με άγνωστο προορισμό. Είναι η ιστορία της συνάντησης μεταρρυθμιστικών δυνάμεων με διαφορετικές καταβολές, η ιστορία της συγκρότησης του προοδευτικού χώρου.









Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Αρχηγισμός, γεροντική αρρώστια της κεντροαριστεράς



Γράφει ο Δυστυχής Κεντροαριστερός

Είναι αργά για κεντροαριστερά δάκρυα...

Καιρός φέρνει τα λάχανα καιρός τα παραπούλια, λέει η παροιμία. Πόσο καλύτερα να περιγράψει κανείς την κατάσταση στην "κεντροαριστερά" σήμερα. Δυο αποτυχημένες εκδοχές της ανταγωνίζονται για την κυριότητα του οικοπέδου - και οι δυο λόγω χρησικτησίας! Όχι μόνο δεν επέδειξαν ποτέ τα διαπιστευτήριά τους, τις πράξεις κατοχύρωσης των πολιτικών τους ως κεντροαριστερών, αλλά θεωρούν απλά ότι η μακρόχρονη χρήση του τίτλου τούς νομιμοποιεί να διεκδικούν και την αποκλειστικότητα!

Είναι καιρός τώρα που η κρίση έχει αποδείξει πέραν των όποιων προθέσεων (ιδρυτικών πλαισίων και διακηρύξεων) ότι η προωθητική δύναμη της Δημοκρατικής Αριστεράς εξαντλήθηκε νωρίς.

Ένδειξη γι αυτό υπήρχε ήδη στην απροθυμία των στελεχών της "ανανεωτικής πτέρυγας" να εγκαταλείψουν την αγκαλιά του ΣΥΡΙΖΑ, κάτι που τελικά προέκυψε μάλλον από λάθος εκτιμήσεις του τελευταίου που απέκλειε αλλαζονικά κάτι τέτοιο. Αλλά κυρίως προέκυψε από την προϊούσα μαζική αποχώρηση ανανεωτικών από το κόμμα που ακολούθησαν έκοντες άκοντες και τα μέλη της ισόβιας ηγετικής ομάδας. Για να εξασφαλίσουν στην συνέχεια με την εμπειρία τους "σε αυτά", μια νέα ισόβια θητεία στο νέο σχήμα.

Όλοι σήμερα γνωρίζουν ότι ΔΗΜΑΡ χωρίς Φ.Κουβέλη δεν υφίσταται. Ο χώρος αυτός δεν κατάφερε να αποκτήσει αυτόνομη προσωπικότητα, ούτε έλεγχο της εφαρμογής των αποφάσεών του. Ακολουθεί και υποχωρεί πολιτικά στο "κύρος" και την "δημοτικότητα" του αρχηγού του με τρόπους που δεν κατάφεραν ποτέ κλασσικά αρχηγικά κόμματα.

Δεν κυκλοφορεί τυχαία άλλωστε η ρήση: "ΔΗΜΑΡ είναι η κοινωνική συναναστροφή στην οποία συζητάνε μέχρις εξαντλήσεως και γίνεται αυτό που θέλει ο Πρόεδρoς".

Ζαλισμένα από τα ζιγκ ζαγκ της προσωπικής πολιτικής έμπνευσης του ΦΚ τα αξιόλογα στελέχη του χώρου και οι κινήσεις που τον συνίδρυσαν αυτοπεριθωριοποιήθηκαν ή και αποχώρησαν. Και η ενέργεια του χώρου ακολουθεί κατά πόδας την ενέργεια και τα κέφια του αρχηγού.

Οι ιδρυτικές διακηρύξεις, το πλαίσιο που αρχικά εξέφραζε μια νέα επανεκκίνηση του χώρου της ανανεωτικής και δημοκρατικής αριστεράς μοιάζει πια με κιτρινισμένο κουρελόχαρτο. Οι μεταρρυθμιστικές προθέσεις εξελίχθηκαν σε άρνηση των μεταρρυθμίσεων, το κράτος δικαίου που θα προασπίζεται το δημόσιο συμφέρον έγινε ανυπόφορος κρατισμός και πελατειακή προστασία των ΔΥ από έστω μία απόλυση, η δικαιη λιτότητα και κατανομή των βαρών κατρακύλησε στον βόρβορο του λαϊκιστικού αντιμνημονιασμού και της τρομολαγνείας για τις "επελάσεις" της τρόικας σε έναν λαό "που δεν αντέχει άλλο". Με αυτόν τον τρόπο ο χώρος προσέλκυσε βαθυπασόκους αντί για μεταρρυθμιστές και κρατιστές αντί για αριστεροφιλελεύθερους.

Σήμερα, προσπαθεί να αναδειχθεί ως πιο αξιόπιστη ραχοκοκκαλιά της "νέας κεντροαριστεράς" από το εν πολλαίς αμαρτίες περιπεσόν ΠΑΣΟΚ, αλλά δεν τα καταφέρνει. Γιατί έχει ήδη σωρεύσει αρκετές αμαρτίες ο ίδιος. Και εν τέλει, δυο αποτυχημένοι οργανισμοί δεν φτιάχνουν έναν πετυχημένο, ακόμη κι αν καταφέρουν να ενωθούν. Με τι υλικό; Τις χιλιοδιαψευσμένες διακηρύξεις τους αμφότεροι; Με το ίδιο τραγικό ηγετικό προσωπικό; Με μόνη πολιτική την "πολιτική του ζήτουλα" από την ευρωπαϊκή οικογένεια χωρίς ταυτόχρονα ανταπόκριση στις δεσμεύσεις τους για περιορισμό του σπάταλου και παρασιτικού δημοσίου και απελευθέρωση της επιχειρηματικότητας, όχι από τους ελέγχους του αλλά από τα δεσμά του, φορολογικά και άλλα; Περιμένοντας τον Ολάντ ή την συμμαχία Πρασίνων Σοσιαλδημοκρατών στην Γερμανία ή το νέο επερχόμενο κούρεμα να τους σώσει; Παίζοντας στο μεταξύ κατενάτσιο στο πρόγραμμα, αξιοποιώντας οποιαδήποτε πρόφαση για να μην πέσει χέρι στην συντήρηση ενός ανύπαρκτου κράτους και να συνεχιστούν οι φορολογικές επιδρομές επί δικαίων και αδίκων;

Κάθε κοινωνικός οργανισμός περνά την φάση της ακμής και της παρακμής του. Το διάστημα που θα καλύψει η πρώτη φάση εξαρτάται από τη προωθητική δύναμη που κρύβει μέσα της η αρχική ώθηση. Στην περίπτωση της Δημοκρατικής Αριστεράς, η δύναμη αυτή ήταν ασθενής εξ αρχής. Περιορίστηκε στο κληρονομικό χάρισμα και όχι στην συνέργεια των προθύμων, που ήσαν πολλοί και πολλές στην αφετηρία. Αγνοήθηκαν.

Ήδη μετά την στήριξη Καμίνη Μπουτάρη φάνηκε η ανανεωτική δύναμη να σβύνει. Η συμμετοχή στην κυβέρνηση έσβησε μέρος της ενοχής για τις δεύτερες εκλογές και έδωσε ελπίδα για μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις και δικαιοσύνη στην κατανομή των βαρών. Πράγματα που αμέσως σχεδόν διαψεύστηκαν (με την επιλογή ήδη των σχετικών προσώπων).

Σήμερα τρεμοσβύνουν κάποια φωτάκια κυρίως χάρη στους χιλιάδες αξιόλογους ανθρώπους που παραμένουν, βαθειά προβληματισμένοι για πολλά πράγματα, στην "περιοχή".

Στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ τα πράγματα είναι πιο απλά. Ποτέ ο χώρος αυτός δεν προχώρησε με την δημοκρατία, την διαφάνεια και την νοοτροπία ευρωπαϊκού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Στηρίχτηκε στην "χαρισματικότητα" των ηγετών του και την στήριξη των ψήφων έναντι μαζικών διορισμών κυρίως των περιθωριοιποιημένων λόγω φρονημάτων, αριστερών. Όλα αυτά έχουν τελειώσει. Κι ο Ευ.Βενιζέλος δεν πείθει ούτε για την δημοκρατικότητά του, ούτε για την διαφάνεια ούτε για την μη πελατειακή του συγκρότηση, ιστορία και πολιτική - μάλλον για τα αντίθετα. Έτσι μένει στο προσκήνιο, όπως και ο "αντίπαλός" του για το χρίσμα του Πάπα της κεντροαριστεράς Φ. Κουβέλης, απλά για όσο δεν υπάρχει εναλλακτική.
Τα υπόλοιπα είναι παραμύθια για το νανούρισμα των ζωντανών μεταρρυθμιστικών δυνάμεων στο όνειρο της περχόμενης "νέας ελληνικής κεντροαριιστεράς". Όνειρα γλυκά...

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Mισθολογικές περικοπές και διδάγματα για το μέλλον

Μια διαφορετική ματιά για τις περικοπές των μισθών των πανεπιστημιακών, από τον καθηγητή του ΑΠΘ Παναγιώτη Γκλαβίνη.

του Παναγιώτη Γκλαβίνη


Οι μισθολογικές περικοπές μάς αδικούν. Είμαστε θύματα μιας νέας οριζόντιας μείωσης του μισθολογικού κόστους του δημοσίου, σε διακλαδικό επίπεδο αυτή τη φορά, που αγνοεί επιδεικτικά την άνιση μεταχείριση ενός ανταγωνιστικότερου κλάδου, που όμως δεν έλαβε καμιά αύξηση στις αποδοχές του τα τελευταία χρόνια, τη στιγμή που όσοι συγκρίνονται μαζί του λάβανε αυξήσεις της τάξης του 40, του 70 ή του 100%!

Με τις σχεδιαζόμενες περικοπές, η Κυβέρνηση εκπέμπει ένα πρόσθετο μήνυμα: αδιαφορεί προκλητικά αν τα δημόσια πανεπιστήμια καταρρεύσουν. Το αποδέχεται, θα λέγαμε, με όρους ενδεχόμενου δόλου… Δεν εξηγείται αλλιώς γιατί αδιαφορεί αν φύγουν στο εξωτερικό άξιοι συνάδελφοι. Αδιαφορεί αν δεν έρθουν από το εξωτερικό αξιότεροι συνάδελφοι. Αδιαφορεί αν σταματήσουν να χτυπάνε την πόρτα του ελληνικού πανεπιστημίου αξιότατοι νέοι επιστήμονες, που κατά κανόνα έχουν υψηλότερα προσόντα από πολλούς υπηρετούντες στα ελληνικά ΑΕΙ καθηγητές σήμερα!

Το νέο μήνυμα εκπέμπεται στην ίδια ακριβώς συχνότητα με το ν. 4076, ο οποίος πριν δυο μήνες ακύρωσε τη μεταρρύθμιση που προήγαγε ο ν. 4009 σε επίπεδο τμημάτων και τομέων, προγραμμάτων σπουδών και μεταπτυχιακών. Δεν θέλει το Δημόσιο Πανεπιστήμιο ν’ αλλάξει; Τόσο το χειρότερο γι’ αυτό! Η ζωή, όμως, προχωρά. Με τον ίδιο νόμο, λοιπόν, το Υπουργείο ανέκτησε την απόλυτη διακριτική ευχέρεια να συρρικνώσει τη δημόσια ανώτατη εκπαίδευση και διευκόλυνε την ίδρυση και λειτουργία κολλεγίων σε συνεργασία με ανώτατα ιδρύματα του εξωτερικού. Πριν λίγες ημέρες, γίναμε μάρτυρες της παρέλασης κυβερνητικών στελεχών στα εγκαίνια της «πρώτης ιδιωτικής πολυτεχνικής σχολής στη χώρα μας». Ήδη, σύμφωνα με δικές μας πληροφορίες, σχεδιάζεται να ενταχθούν στο νόμο για την ταχεία αδειοδότηση επενδύσεων (fast track) και μεγάλες επενδύσεις που θα μπορούσαν να υλοποιηθούν στον τομέα της εκπαίδευσης.

Ερώτηση:

Αφήσαμε, άραγε, κανένα περιθώριο στην πολιτική εξουσία, με τις πράξεις και τις παραλείψεις μας, να αντιδράσει με τρόπο διαφορετικό από αυτόν με τον οποίο αντιδρά σήμερα; ΚΑΝΕΝΑ! Ο ένας νόμος δεν μας άρεσε κι ο άλλος μας ξινίζει. Οι συνδικαλιστές του club της δραχμής συμπεριφέρονται σα να μην πέρασε μια μέρα από την προηγουμένη της ψήφισης του ν. 4076. Τον καταδίκασαν και αυτόν όπως τον προηγούμενο, πριν καν τον διαβάσουν! Όσο για την ακαδημαϊκή μας ηγεσία, αυτή αποφάσισε να προσφύγει κατά της συνταγματικότητας και του νέου νόμου. Κατά τα άλλα, είναι υπέρ ενός νέου καταστατικού χάρτη, λέει, για τα ΑΕΙ της χώρας... Τώρα; Τώρα που την πραγματική μεταρρύθμιση, την επέβαλαν ήδη η κοινωνία και η οικονομία;
Είχαμε προειδοποιήσει ειδικά επ’ αυτού δυο χρόνια πριν

Το ελληνικό πανεπιστήμιο, λέγαμε, βρίσκεται ακόμη στο κέντρο της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα μας, και αυτό είναι πλεονέκτημα για τη διάσωσή του με τη μορφή που έχει σήμερα. Σε μας εναπόκειται εάν θα παραμείνει εκεί ή θα μεταβληθεί σε μια απλή –και μάλιστα φτωχή– συνιστώσα, όπως έχει γίνει σε άλλες χώρες. Εμείς το θέλουμε στο κέντρο της εκπαίδευσης, με σαφή βελτίωση της δημόσιας υπηρεσίας που παρέχει, χάριν των φοιτητών του, της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας και του μέλλοντος αυτού του τόπου. Διαφορετικά, είναι βέβαιον πως κοινωνία και οικονομία θα βρουν εναλλακτικούς τρόπους να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους.

Εδώ ήρθαμε, λοιπόν.

Ποιοι έχουν την ευθύνη γι’ αυτό; Οι πολιτικοί που σήμερα αποφασίζουν τις περικοπές μας; Σίγουρα! Αυτοί, όμως, έχουν κι ελαφρυντικά: να βγει ο λογαριασμός να πάρουμε τη δόση, μη τυχόν καταρρεύσουμε· να δώσουν διέξοδο στο αδιέξοδο στο οποίο οδηγούμε την κοινωνία, κρατώντας την όμηρο μιας χαμηλής ποιότητας ανώτατης εκπαίδευσης. Εμείς, όμως, δεν έχουμε κανένα ελαφρυντικό. Συλλογικά τουλάχιστον. 

Λόγος για τον οποίο αδυνατούμε να συμφωνήσουμε σε απεργιακές κινητοποιήσεις. Κατ’ αρχήν, δεν το κάναμε ποτέ, συνεπώς δε θ’ αρχίσουμε τώρα. Διότι οι φοιτητές μας και οι γονείς τους δεν φταίνε σε τίποτε. Και διότι, επιπλέον, οι απεργίες τώρα, μάς οδηγούν κατ' ευθείαν στο γκρεμό. Προκαλούμε μια καταπονημένη κοινωνία, που ούτε μας εκτιμά πλέον, ούτε μας αγαπά. Το έχουμε πει και το ξαναλέμε: πρέπει επιτέλους να περάσουμε από την εξέγερση στην αντίδραση. Εάν δράση είναι η κρίση, ποια είναι η δική μας αντίδραση στην κρίση; Πώς αντιδρούμε σε αυτήν αντί απλώς να εξεγειρόμαστε; Όσο εξεγειρόμαστε αντί να αντιδρούμε, θα στενεύουν ολοένα και περισσότερο τα περιθώρια να αντιδράσουμε. Μια τέτοια διπλή επιδείνωση των όρων μιας δικής μας συλλογικής αντίδρασης βιώσαμε τους τελευταίους δύο μήνες με την αντιμεταρρύθμιση του ν. 4076, αφενός, και τις άνευ προηγουμένου περικοπές στις αποδοχές μας, αφετέρου.

Μείναμε μετεξεταστέοι στην κοινωνία

Ποιος φανταζόταν ότι η πολιτική εξουσία θα μπορούσε να περάσει τόσο μεγάλης κλίμακας περικοπές στις αποδοχές μας με τόση ευκολία! Γιατί αυτό; Διότι έχουμε μείνει μετεξεταστέοι στην κοινωνία. Γιατί δεν έχουμε πλέον κανένα έρεισμα σ’ αυτήν. Μην ψάχνετε επικοινωνιακούς δαίμονες. Στην επικοινωνία, όταν δεν καταφέρνεις να επικοινωνήσεις κάτι, φταις εσύ, δεν φταίνε ούτε οι αποδέκτες των μηνυμάτων σου, ούτε οι δραστήριοι ανταγωνιστές σου. Δεν είναι ο δρόμος που φταίει, συνάδελφοι. Είναι η μηχανή του αυτοκινήτου μας που έχει το πρόβλημα. Μέχρι να ξαναβγούμε στην κοινωνία να δώσουμε ξανά εξετάσεις, έχουμε πολύ homework μπροστά μας...

Politics, math and more...

Ένα ιστολόγιο.