Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

Όχι στη μεταρρύθμιση - με ποια προοπτική;


Αναδημοσιεύω ένα εξαιρετικό σχόλιο του Προκόπη Δούκα σε συζήτηση που έγινε στο buzz επί ενός άρθρου του καθηγητή Κ. Τσουκαλά. Ο συγγραφέας απευθύνεται στο Νίκο Ξυδάκη, ο οποίος προηγουμένως σχολίασε:

«Ο Τσουκαλάς είναι επιτέλους, δεν είναι ο Φούφουτος. Για την ουσία της δημοκρατίας και της παιδείας μιλάει.
Αν δεν ακούσουμε κ τον Τσουκαλά, ποιον θ' ακουσουμε, τον Πανάρετο;
[..]
Οποιος έχει αντιρρήσεις ή αμφιβολίες, δεν είναι συλλήβδην "συντεχνία"... »


Θα τον ακούσω τον Τσουκαλά, φυσικά. Αλλά δυσκολεύομαι να πειστώ. Ένας από τους λόγους είναι το λογικό σφάλμα που επεσήμανα: Δεν μπορείς να λες, όταν μιλάς για ένα τόσο διεφθαρμένο τοπίο, οτι δέχεσαι ως αξίωμα οτι "όλοι οι συμμετέχοντες έχουν καλή πρόθεση". Το αντίθετο είναι φυσιολογικό να συμβαίνει, οι περισσότεροι να θέλουν να υπερασπίσουν συμφέροντα, μαγαζάκια και τριτοκοσμικούς εγωισμούς.

Όχι, όποιος έχει αντιρρήσεις, δεν είναι συλλήβδην συντεχνία. Αλλά όποιος με τις αντιρρήσεις του, προσφέρει καύσιμα στην ακινησία, στη φαυλοκρατία και στη συντεχνία, τότε πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός. Γράφω πιο πάνω:

"Το να αντιδράς λοιπόν στην όποια ριζική προσπάθεια αλλαγής αυτού του άθλιου τοπίου, προϋποθέτει να διαχωρίσεις ευκρινώς τη θέση σου από όλα αυτά τα συμφέροντα, να έχεις επιδείξει στις (όποιες) μέχρι τώρα προσπάθειες εκσυγχρονισμού θετική και δημιουργική στάση (το αντίθετο έχει συμβεί) - και κυρίως να έχεις προτείνει εγκαίρως (εφόσον διαφωνείς) άλλες βιώσιμες λύσεις εξόδου από το αδιέξοδο. Φοβάμαι οτι δεν συμβαίνει τίποτα τέτοιο..."

Στο συγκεκριμένο άρθρο, ο Τσουκαλάς φοβάμαι οτι ακολουθεί αυτό τον τρόπο επιχειρηματολογίας, που αναγκάζεται μεν να αποδεχτεί αυτό που πρέπει να γίνει, αλλά προσπαθεί να το αποδομήσει, πατώντας πάνω σε ένα λογικό σφάλμα.

Ένας άλλος λόγος, είναι οτι είμαι ιδιαίτερα καχύποπτος σε μια εξ αριστερών κριτική, που χαρακτηρίζει την μεταπολιτευτική μας πορεία: Μόνιμες αντιρρήσεις σε οποιαδήποτε προσπάθεια με βάση μαξιμαλισμούς, κουτοπονηριές και αποφυγή της επίλυσης του προβλήματος στην ουσία του.

Εδώ (στην τριτοβάθμια εκπαίδευση) έχουμε να κάνουμε (όπως σε πολλούς άλλους τομείς) με φαυλοκρατία - άκρως επικίνδυνη μακροπρόθεσμα (και ήδη ορατή) για το σύστημα αξιών και τη συνολική παιδεία, άρα και για την πορεία της χώρας. Το πράγμα (δεν το αρνείται εμμέσως ούτε ο Τσουκαλάς, ούτε οι περισσότεροι νομίζω σοβαροί συζητητές) έχει φτάσει στο απροχώρητο.

Ας πούμε λοιπόν (φέρνω ένα παράδειγμα με το δικό μας χώρο Νίκο), οτι έρχεται μια νομοθετική πρωτοβουλία που θα μας απαλλάξει (ή θα περιορίσει) με διάφορες κινήσεις, την κιτρινιά, την έλλειψη παιδείας, τη διαπλοκή, την κατευθυνόμενη δημοσιογραφία κλπ.

Και αντί να ξεσηκωθούμε όλοι (αυτοί τέλος πάντων που θεωρούμε οτι βρισκόμαστε από την υγιή πλευρά του ποταμού, όπως θα θεωρήσω και τον Τσουκαλά) και να υποστηρίξουμε την προσπάθεια αποκόλλησης από το τέλμα, τι κάνουμε;

Με την επίκληση του κινδύνου του δημοκρατικού ελλείμματος, αντί να προσπαθήσουμε έστω (κι ας αποτύχουμε και με κάποιες κινήσεις που δεν είναι οι καλύτερες), κάνουμε αυτό που κάναμε επί 35 χρόνια: Κατενάτσιο στην πρόοδο, υποσημειώσεις και αστερίσκους παντού, άρνηση γιατί "δεν είναι το ιδεατό", "βεβαίως χρειάζονται αλλαγές, αλλά όχι έτσι", παχιά ξύλινα λόγια και απίστευτες αγκυλώσεις/μορφώματα που μόνο στην ανατολική βαλκανική εφαρμόζονται κλπ.

Με αποτέλεσμα, ποτέ ένα βήμα εμπρός - αντίθετα βύθιση όλο και περισσότερο στο τέλμα.

Είμαστε όμως, βυθισμένοι στη χρεοκοπία κάθε είδους - δεν μας παίρνει άλλο.

Ξέρεις, αγαπητέ Νίκο, γιατί με τσαντίζει η πέραν του Συνασπισμού αριστερά, τα τελευταία χρόνια. Γιατί είναι στα μάτια μου, σαν το βοσκό, που φώναζε "λύκος", στο γνωστό μύθο. Γιατί θα έπρεπε να είναι ο μπροστάρης στη μάχη κατά της φαυλοκρατίας, για την οποία τόσο φωνάζει - και τόσο (με αφορμή αυτή) προτρέπει σε ανατροπή, ακόμα και σε βία. Και αντί αυτού, υιοθετεί πολύ συχνά κάθε είδους "κίνηση", που συντηρεί τις υπάρχουσες πρακτικές, αυτές που μας έφτασαν ως εδώ...

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

Περί του νομοσχεδίου για την Ανώτατη Εκπαίδευση (3)




Δεν είχα ούτε έχω σκοπό να αξιολογήσω το σύνολο του νομοσχεδίου, κυρίως εξαιτίας της ανεπαρκούς μου γνώσης πολλών θεμάτων, αλλά δεν μπορώ να μην περιλάβω σε αυτή τη σειρά αναρτήσεων λίγα σχόλια για δύο απαράδεκτες ρυθμίσεις και μη-ρυθμίσεις: αυτές που αφορούν τα βιβλία, και αυτές που αφορούν τα δίδακτρα.

Με το άρθρο 37 το υπουργείο καταργεί το δωρεάν σύγγραμα και το αντικαθιστά, υποτίθεται, με «σημειώσεις μαθημάτων» και «ηλεκτρονικά συγγράμματα». Είμαστε σοβαροί; Αποφασίζει το υπουργείο ότι πλέον η πρόσβαση στη γνώση θα γίνεται χωρίς έντυπα βιβλία; Όταν η επιδότησή μου, ως ερευνητή, από το Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών των ΗΠΑ συμπεριλαμβάνει κονδύλι για αγορά βιβλίων, το ελληνικό υπουργείο Παιδείας κρίνει αυτή τη μέθοδο παρωχημένη, ακόμα και για φοιτητές;

Πρόκειται για μία φαιδρή προσπάθεια εξοικονόμησης χρημάτων, η οποία θα οδηγήσει μερικούς φοιτητές να ξοδεύουν πολλά χρήματα από την τσέπη τους για βιβλία, και περισσότερους (πολύ περισσότερους απ' ό,τι σήμερα) να εμπιστεύονται την εκπαίδευσή τους σε φθηνότερα και χαμηλής στάθμης βοηθήματα — έναν εξευτελισμό, δηλαδή, της μαθησιακής διαδικασίας. Βεβαίως, το σύστημα παροχής δωρεάν βιβλίων έπρεπε να αναθεωρηθεί για να μην μετατρέπεται σε πηγή πλουτισμού καθηγητών—συγγραφέων βιβλίων χαμηλής ποιότητας. Θα μπορούσαν, π.χ., να θεωρήσουν τα βιβλία καθηγητών του οικείου ιδρύματος ως «σημειώσεις» και να επιβάλουν πολύ χαμηλό πλαφόν στις τιμές τους. Αλλά όχι «πονάει δόντι, κόβει κεφάλι»!

Για τα δίδακτρα τώρα, το καθεστώς είναι θολό. Το άρθρο 9 (παρ. 9ιδ) επιτρέπει την καταβολή διδάκτρων για μεταπτυχιακά προγράμματα, όπως ήδη συμβαίνει σε αρκετά, αλλά με το σπάσιμο των πτυχίων σε βασικό—μεταπτυχιακό η έννοια του «μεταπτυχιακού» αλλάζει και επεκτείνεται σε σπουδές που ήταν μέρος του βασικού πτυχίου. Το υπουργείο υπεκφεύγει, πρώτον διότι αποφεύγει να αναγνωρίσει ότι τα τμήματα θα αναγκαστούν εκ των πραγμάτων να υιοθετήσουν το σχήμα βασικό πτυχίο—μεταπτυχιακό (3+2, 3+1 ή 4+1), αλλιώς οι απόφοιτοί τους θα βρίσκονται σε δυσχερή θέση σε σχέση με αποφοίτους άλλων τμημάτων· και αφετέρου διότι δεν αναφέρεται καθόλου στη δυνατότητα ή μη επιβολής διδάκτρων στα «μεταπτυχιακά» που θα προκύψουν κατ' αυτόν τον τρόπο.

Για μία ακόμα φορά, με τη μέθοδο της υπεκφυγής και την επίκληση της ανάγκης μεταρρυθμίσεων η κυβέρνηση αυτή αναμειγνύει αξιόλογες αλλαγές με μέτρα που επιβαρύνουν τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα και σε δύσκολες εποχές εξαλείφουν τα απομεινάρια κοινωνικής προστασίας της ελληνικής πολιτείας. Να τολμήσω την πρόβλεψη ότι, όπως συνέβη με πολλές άλλες μεταρρυθμίσεις, μέχρι την ψήφιση του νόμου οι αξιόλογες αλλαγές θα έχουν αμβλυνθεί, τα παραθυράκια θα έχουν αυξηθεί, και τα μέτρα που πλήττουν τους ασθενέστερους θα έχουν μείνει απαράλλαχτα και αγνοημένα από τους εμπλεκόμενους φορείς; Το ξαναέγραψα στο άρθρο για τους νέους καθηγητές: οι φορείς θα δείξουν τις πραγματικές τους προθέσεις από τα θέματα που θα επιλέξουν να αναδείξουν, και το κατά πόσο θα γίνει αυτό συγκεκριμένα και εποικοδομητικά ή αφηρημένα και υποκριτικά (όπως οι γενικολογίες περί «δημόσιας και δωρεάν εκπαίδευσης» από πρυτάνεις που έχουν εγκρίνει δίδακτρα για μεταπτυχιακά προγράμματα). Οι αριστεροί μεταρρυθμιστές δεν πρέπει ούτε να βοηθήσουν στην υπόσκαψη των θετικών, άμεσων αλλαγών, ούτε να σιωπήσουν στην ανάδειξη των αρνητικών.

ΥΓ: Από τις πολλές ασάφειες του νομοσχεδίου, τα κριτήρια εισόδου φοιτητών στα μεταπτυχιακά που θα προκύψουν από σπάσιμο υπαρχόντων πτυχίων. Θα υπάρξουν εγγυήσεις μη-διαβλητότητας, ή θα δούμε ένα πάρτυ μετακινήσεων από τη μία σχολή στην άλλη μεγαλύτερο από αυτό των μεταγραφών;

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Περί του νομοσχεδίου για την Ανώτατη Εκπαίδευση (2)

Οι (περισσότεροι από τους) πρυτάνεις που κυκλοφορούν αυτές τις μέρες στα κανάλια έχουν δώσει το καλύτερο επιχείρημα στην υπουργό για να προωθήσει τη μεταρρύθμισή της. Στρεψοδικώντας, υπεκφεύγοντας, παραπληροφορώντας, κάποιοι ανίκανοι να ανταποκριθούν σε επερωτήσεις (αναρωτιέσαι πότε ήταν η τελευταία φορά που μπήκαν σε αμφιθέατρο), δεν μπορούν να κρύψουν ότι αυτό που τους καίει κυρίως είναι το πώς θα διατηρήσουν το τσιφλίκι τους, που κατέκτησαν με τις αλλεπάλληλες δυνατότητες αλληλοεξυπηρετήσεων που τους έδινε το παλιό σύστημα.

Ας αλλάξει λοιπόν ο τρόπος διοίκησης· δε χρειάζεται να επιχειρηματολογεί κανείς πολύ για αυτό. Με δεδομένο το πλέγμα συμφερόντων που έχει οικοδομηθεί στα πανεπιστήμια, χρειάζεται ένα σύστημα που θα έχει μικρή εξάρτηση από αυτά τα συμφέροντα — άρα κατ' ανάγκη πιο αυταρχικό. Με το καινούριο σύστημα, όλη η εξουσία είναι στα χέρια ενός συμβουλίου 15 μελών, 7 εσωτερικών, 7 εξωτερικών και 1 φοιτητή (άρθρο 8). Οι εξωτερικοί επιλέγονται από τους εσωτερικούς με απλή πλειοψηφία (εδώ είναι ένα από τα «παραθυράκια» του νόμου — δεν επιβάλλει την αυξημένη πλειοψηφία και συναίνεση). Δε συμμερίζομαι τις αντιρρήσεις που μιλούν για παράγοντες της εκκλησίας και τοπικούς παράγοντες στα συμβούλια διοίκησης — είναι στο χέρι του υπουργείου να τους αποκλείσει τέτοιου είδους συμμετοχές και να περιγράψει τα κριτήρια επιλογής των εξωτερικών με κάποιους όρους αριστείας. Σίγουρα, η ύπαρξη εξωτερικών μελών με κάποιο κύρος (και εδώ θα βοηθούσε η αυξημένη πλειοψηφία) συμβάλλει στην κοινωνική λογοδοσία του πανεπιστημίου. Οι αρχικές συνθέσεις αυτών των συμβουλίων θα έχουν εξαιρετική σημασία, και υπάρχουν πολλοί κίνδυνοι, αλλά αυτό δεν είναι λόγος να επιδοθούμε σε κυνήγι μαγισσών και να μην αφήσουμε το μέτρο να λειτουργήσει.

Το αρνητικό του νόμου είναι ότι η δικαιοδοσία του συμβουλίου ξεπερνάει την εποπτεία και τη διοίκηση και επεκτείνεται σε ακαδημαϊκά θέματα. Π.χ. ο κοσμήτορας, διορισμένος από το συμβούλιο, ορίζει το (αναίτια μικρό) σώμα που αποφασίζει για εκλογές καθηγητών (άρθρο 26). Όπως έγραψα και στο προηγούμενο, το πανεπιστήμιο θα φτιάξει σταδιακά από τους ίδιους τους πανεπιστημιακούς, και κανείς δεν είναι σε θέση να επιβάλει την ποιότητα που επιθυμούμε. Μπορεί να τους βγάλει κανείς άχρηστους στην διοίκηση, στην πολιτική ή στη ζωή, αν θέλει, αλλά οι πανεπιστημιακοί του κάθε τομέα είναι ντε φάκτο αυθεντίες στον τομέα τους — ποιος εξωτερικός παράγοντας, ποιος διορισμένος κοσμήτορας, ποια διορισμένη επιτροπή είναι σε θέση να αξιολογήσει επιστήμονες και να επιλέξει αυτόν ή αυτήν που θα πληρώσει μία θέση; Η ασχετοσύνη (ή, πιθανότερο, η εμπάθεια) του υπουργείου στο συγκεκριμένο θέμα φτάνει στο σημείο να ορίζει ότι οι υποψήφιοι θα πρέπει να προσκομίζουν συστατικές επιστολές από τα μέλη ενός ... μητρώου επιστημόνων που θα διατηρεί το ίδρυμα (άρθρο 26). Δηλαδή αν κάποιος φέρει επιστολή από έναν καθηγητή του Χάρβαρντ, θα του πούνε ότι ο εν λόγω καθηγητής δεν είναι στο μητρώο; Χα, χα, χα...

Ομολογώ μία θετική παρενέργεια αυτής της αρνητικής διάταξης: οι πανεπιστημιακοί θα πάψουν να αφιερώνουν τόσο χρόνο στις ζυμώσεις που απαιτούνται προκειμένου να καταλήξει το τμήμα σε πλειοψηφική απόφαση. Θα αναγκαστούν, λόγω αδυναμίας, να ασχολούνται λιγότερο με τη διοίκηση και περισσότερο με την έρευνα και τη διδασκαλία. Αλλά νομίζω ότι το ερώτημα του ποιος στελεχώνει τα τμήματα βαραίνει περισσότερο, και αντισταθμίζει με το παραπάνω αυτό το πλεονέκτημα. Ποιος θα εγγυηθεί ότι ένα καλό τμήμα δε θα καταστραφεί αν μία κλίκα (πιθανόν προερχόμενη από άλλη σχολή) καταφέρει να ελέγξει το διοικητικό συμβούλιο, αν ο κοσμήτορας τα κάνει θάλασσα ηθελημένα ή αθέλητα; Ο νόμος δε δημιουργεί κανένα αντίβαρο στις εξουσίες που πηγάζουν απ' το συμβούλιο, και ειδικά σε ακαδημαϊκά θέματα τέτοιο αντίβαρο είναι αναγκαίο.

Σημειώνω μερικές ακόμα θετικές ρυθμίσεις, και θα επανέλθω στην επόμενη και τελευταία ανάρτηση με ορισμένα αρνητικά:

Το άσυλο καταργείται. Είναι λίγο ανατριχιαστικό αν το σκεφτεί κανείς στον απόηχο της αστυνομικής βίας που γνώρισε το κέντρο της Αθήνας, αλλά μόνο αν κανείς βλέπει το δίπολο ως μπάτσοι-αναρχικοί/αριστεριστές, και όχι ως βία-μη βία που τοποθετεί και τους δύο στον πρώτο πόλο. Όπως έγραφαν τα τηλεγραφήματα της αμερικάνικης πρεσβείας που αποκάλυψε η wikileaks, τα πανεπιστήμια είχαν εξελιχθεί στο μόνο χώρο όπου δεν μπορούσε κανείς να πει ελεύθερα την άποψή του, και φαινόμενα όπως οι φοιτητές να μπουκάρουν στη σύγκλητο και σε γραφεία καθητητών και να επιβάλλουν την άποψή τους πρέπει να σταματήσουν.

Άλλα:

Οι καθηγητές ενθαρρύνονται να παίρνουν την ακαδημαϊκή τους άδεια στο εξωτερικό (άρθρο 21). Αν την παίρνουν στην Ελλάδα, θα λαμβάνουν τα μισά χρήματα.

Απαγορεύεται η εκλογή σε καθηγητική θέση κάποιου που φοίτησε στο ίδιο ίδρυμα, εκτός εάν μεσολαβήσουν 5 χρόνια (άρθρο 25). Εδώ, όμως, υπάρχει παραθυράκι, διότι αρκεί να έχει ολοκληρώσει κανείς αλλού έναν από τους τρεις κύκλους σπουδών (πρώτο πτυχίο, μεταπτυχιακό, διδακτορικό). Τι σημασία έχει πού έκανες το πρώτο πτυχίο; η ρύθμιση πρέπει να ισχύσει με μοναδικό κριτήριο το διδακτορικό.

Περιοδική αξιολόγηση όλων των καθηγητών (άρθρο 18). Εδώ θα πρέπει να υπάρξει μεσοπρόθεσμα και μισθολογικό κίνητρο, με τη σύνδεση ερευνητικών επιδομάτων που προσθέτουν στο μισθό, αλλά ως πρώτο βήμα ίσως είναι καλό να μην υπάρχουν συνέπειες ώστε να δημιουργηθεί μία κουλτούρα αξιολόγησης χωρίς τα προσκόμματα που οι οικονομικές συνέπειες θα μπορούσαν να προκαλέσουν.

Απαίτηση να συμπληρώνονται 4/5 των ωρών διδασκαλίας, και μέγιστη παράταση του εξαμήνου κατά δύο βδομάδες (άρθρο 23). Ας αναλάβουν όλοι τις ευθύνες τους. Υπογράφει ένας πρώην καταληψίας!

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Περί του νομοσχεδίου για την Ανώτατη Εκπαίδευση (1)


Η «πολύ θετική» άποψη που εξέφρασα στην προηγούμενη ανάρτηση βασιζόταν στα σημεία του νομοσχεδίου που είχαν κυκλοφορήσει στον τύπο, και όχι στο ίδιο το νομοσχέδιο, το οποίο περιέχει και σημαντικές αρνητικές εκπλήξεις. Παραπέμπω στο Φελέκι για μία συνοπτική αξιολόγηση με την οποία συμφωνώ εν γένει (αλλά όχι απολύτως). Θα επιχειρήσω με μία σειρά αναρτήσεων να σχολιάσω πιο αναλυτικά ορισμένες θετικές και αρνητικές πτυχές. Δεν έχω ούτε την εμπειρία ούτε την άμεση εποπτεία που θα μου επέτρεπε να υποστηρίξω τις απόψεις μου με μεγάλη σιγουριά, και είναι βέβαιο ότι όταν τα συζητήσω με πανεπιστημιακούς στην Ελλάδα θα αλλάξω γνώμη σε μερικά. Αλλά ίσως και η ματιά από το εξωτερικό (κάποιου που εκπαιδεύτηκε στην Ελλάδα και εξακολουθεί να έχει επικοινωνία και ενημέρωση για τα τεκταινόμενα) να έχει κάποια αξία. Θα αναβάλω τα θετικά για την επόμενη ανάρτηση, διότι προέχει η κριτική, με την ελπίδα της αναθεώρησης ορισμένων άρθρων.

Ποιοι θα φτιάξουν το ελληνικό πανεπιστήμιο; Εδώ υπάρχει, βασικά, μόνο μία απάντηση: οι ίδιοι οι Έλληνες πανεπιστημιακοί, αυτοί που βρίσκονται και ιδρώνουν σε αυτό καθημερινά. Κανένας εξωτερικός παράγοντας, πανεπιστημιακός ή πολιτικός, δεν είναι σε θέση να επιβάλει την ποιότητα που ζητάμε από ένα πανεπιστήμιο — ποιότητα, η οποία κρίνεται εσωτερικά σε κάθε τομέα με βάση πολύ εξειδικευμένα κριτήρια. Γι' αυτό και το πρόβλημα είναι τόσο δύσκολο: σαν την κότα με το αυγό, η ποιότητα παράγει ποιότητα, και η έλλειψη ποιότητας αναπαράγεται. Γι' αυτό και μπορούμε να ελπίζουμε μόνο σε σταδιακή βελτίωση: καλή πανεπιστημιακή παράδοση είναι δύσκολο να φτιαχτεί, και απαιτεί γενεές καθηγητών. Για τον ίδιο λόγο, πρέπει να εκτιμούμε και να στηρίζουμε ό,τι καλό υπάρχει (η καταστροφή της παράδοσης είναι πιο εύκολη από το χτίσιμό της).

Η κατάσταση στα ελληνικά πανεπιστήμια είναι γνωστή — ή μήπως δεν είναι; Νομίζω ότι ελάχιστοι ξέρουν τι έρευνα γίνεται, σε ποια τμήματα αυξάνονται οι καλοί καθηγητές και σε ποια οι κλίκες δημιουργούν απροσπέλαστα στεγανά. Η πραγματικότητα είναι, όμως, ότι σε έναν μεγάλο αριθμό πανεπιστημιακών τμημάτων, πριν την κρίση, είχε αυξηθεί ο αριθμός των νέων, αξιόλογων επιστημόνων, συχνά με εκπαίδευση και καθηγητική εμπειρία σε μερικά από τα καλύτερα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Λίγο αυτή η πλαστή ανάπτυξη, η ψευδαίσθηση της «δυνατής Ελλάδας», ο κάποιος εκσυγχρονισμός, και η αύξηση των Ελλήνων με σπουδές στο εξωτερικό, είχαν οδηγήσει σε αυτήν την αρκετά ελπιδοφόρα κατάσταση. Η πολιτεία που ενδιαφέρεται για τα πανεπιστήμια θα έπρεπε πρωτίστως να θέσει τα ακόλουθα ερωτήματα: 1) πώς συντηρώ αυτό το ρεύμα σε συνθήκες κρίσης; 2) πώς σπάω τα στεγανά ώστε να γενικευθεί το ρεύμα (διότι υπήρχαν σχολές, ειδικά εκεί που η θέση ΔΕΠ συνεπαγόταν εξωπανεπιστημιακά συμφέροντα, π.χ. γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, που απ' όσο μπορώ να ξέρω είχαν μείνει χωρίς ... ρεύμα).

Δε θα μιλήσω για τα αυτονόητα, που συμπεριλαμβάνουν τη χρηματοδότηση, διότι εδώ συζητάμε το νομοσχέδιο. Και δυστυχώς, η παρατήρηση που έκανα στην προηγούμενη ανάρτηση, ότι δηλαδή σε κάποιο ζήτημα οι νέοι καθηγητές μένουν έξω απ' το χορό, ισχύει πολύ γενικότερα. Πλέον δε μιλάμε για ένα θέμα που με αφορά προσωπικά, αλλά για μία από τις κεντρικές πτυχές του νομοσχεδίου. Εξηγώ:

Με την κατάργηση της θέσης του λέκτορα, είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι θα δημιουργούνταν ένα σύστημα tenure-track («προς μονιμότητα»), αντίστοιχο αυτού των αμερικάνικων πανεπιστημίων, όπου θα εκλέγεται κανείς αρχικά στη θέση του επίκουρου καθηγητή (αυτό καλό, διότι οι τέσσερις βαθμίδες λέκτορας-επίκουρος-αναπληρωτής-τακτικός καθυστερούσαν υπερβολικά την ανέλιξη των νέων ανθρώπων), και θα μονιμοποιείται (δηλ. θα γίνεται αναπληρωτής) αν και μόνο αν το ερευνητικό και εκπαιδευτικό του έργο κρίνεται κατάλληλο μετά από κάποια χρόνια. Έτσι, από τη μία θα έπαυε το φαινόμενο των μονίμων λεκτόρων ή επίκουρων, που έχουν να κάνουν έρευνα από την εποχή του διδακτορικού τους, και από την άλλη θα επιβραβεύονταν οι καλοί ερευνητών με τη μονιμοποίησή τους.

Αντ' αυτού, δεν προβλέπεται καμία διαδικασία εξέλιξης των επίκουρων καθηγητών, παρά μόνο η δυνατότητά τους να κάνουν αίτηση για ανώτερη θέση εάν και όταν ανοίξει (άρθρα 16 και 25). Δηλαδή, το Υπουργείο φαίνεται να θεωρεί (αν, βέβαια, το ζήτημα τους απασχόλησε) ότι θα μπορέσει να προσελκύσει καλούς, νέους επιστήμονες με την υπόσχεση μίας τετραετούς δουλειάς η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε αδιέξοδο για λόγους που δε σχετίζονται με αυτούς (π.χ. έλλειψη κονδυλίων για την προκήρυξη θέσης ή κλίκες καθηγητών ανώτερης βαθμίδας που δεν επιθυμούν να ανοίξει θέση), τη στιγμή που αυτοί οι επιστήμονες μπορούν να έχουν μία φυσιολογική εξέλιξη, π.χ. στις ΗΠΑ ή στην Αγγλία, σε ένα σαφώς καλύτερο ακαδημαϊκό περιβάλλον.

Καλά λέει λοιπόν το Φελέκι ότι επιστρέφουμε στο καθεστώς της έδρας, μία πιο ακριβής αναλογία θα ήταν, νομίζω, αυτή του γαλλικού συστήματος (όπου υπάρχουν μόνο τακτικοί καθηγητές και — μη εξελίξιμοι — maître de conférences), ένα σύστημα που ακόμα και στη συντηρητική, στα πανεπιστημιακά θέματα, Γαλλία συζητιέται ως αρνητικό, εξαιτίας ακριβώς της αδυναμίας του να απορροφήσει και να δώσει προοπτική σε νέους. Στη Γαλλία, βέβαια, το μέσο επίπεδο των καθηγητών είναι τέτοιο που συνήθως αρκεί για να εγγυηθεί την ποιότητα. Στην Ελλάδα, όπου όπως έγραψα παραπάνω είναι ζήτημα επιβίωσης να στηριχτούμε στους νέους, τα αποτελέσματα αυτού του συστήματος μπορεί να είναι τραγικά.

Να σημειώσω ότι είναι γενική εντύπωση από το νομοσχέδιο ότι το ζήτημα των νέων επιστημόνων δεν απασχόλησε το Υπουργείο, και υπάρχει εν γένει μία υποψία ότι η σωτηρία αναμένεται να έρθει με μερικούς καθηγητές-αυθεντίες που θα έρθουν, είτε κρατώντας τη θέση τους στο εξωτερικό, είτε μετακαλούμενοι σε διοικητικές θέσεις, είτε σε επιχορηγούμενες από ιδιώτες θέσεις. Χωρίς να κατακρίνω αυτές τις μεθόδους προσέλκυσης καταξιωμένων πανεπιστημιακών, είναι λανθασμένο και επικίνδυνο να επενδύονται πολλά σε αυτούς και λίγα στη μεγάλη μάζα των υπολοίπων μελών ΔΕΠ, για τους λόγους που ανέφερα στην εισαγωγή. Π.χ., ενώ καταργούνται οι (απαράδεκτες) θέσεις 407, δε δημιουργείται κανενός είδους θέσεις post-doc, προκαθορισμένης διάρκειας, που να επιτρέπουν σε νέους κατόχους διδακτορικού διπλώματος να αναπτύξουν την έρευνά τους μέχρι να βρεθούν σε θέση να κάνουν αίτηση για πιο μόνιμες θέσεις. Θέσεις, που θα μπορούσαν εύκολα να προσελκύσουν και ξένους ερευνητές, βοηθώντας στη διεθνοποίηση που το Υπουργείο ονειρεύεται. (Δημιουργούνται μόνο προσωρινές διδακτικές θέσεις, άρθρο 16, χωρίς πρόβλεψη για ερευνητική απασχόληση, άρα κάτι σαν το 407).

Το ζήτημα που ανέδειξα είναι, πιστεύω, το σημαντικότερο μειονέκτημα του νομοσχεδίου, πολύ σημαντικότερο από διοικητικά ζητήματα που θα συζητηθούν πολύ. Οι κλίκες και τα στεγανά, που δημιουργήθηκαν από την εποχή των εδρών και που μόνο προσφάτως με τις συνταξιοδοτήσεις εκείνης της γενιάς άρχισαν να σπάνε, κινδυνεύουν να ξαναενισχυθούν με την στεγανοποίηση των μόνιμων βαθμίδων (τακτικού και αναπληρωτή) και την εργασιακή αβεβαιότητα του πιο δυναμικού τμήματος της πανεπιστημιακής κοινότητας. Για να διατηρήσουμε κάποιες ελπίδες αλλαγής αυτών των διατάξεων θα πρέπει οι εμπλεκόμενοι φορείς να δώσουν προτεραιότητα σε αυτό το ζήτημα. Νομίζω ότι εδώ θα φανούν και οι πραγματικές τους προθέσεις.

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

Παράλληλη απασχόληση καθηγητών σε ξένα και ελληνικά Α.Ε.Ι.


Γράφω για ένα θέμα που με αφορά προσωπικά, μία διάταξη του νέου νομοσχεδίου για την Ανώτατη Εκπαίδευση (εδώ), το οποίο ελπίζω να βρω χρόνο να σχολιάσω κάποια στιγμή (η γενική μου άποψη είναι πολύ θετική).

Σύμφωνα με το άρθρο 20 του νομοσχεδίου, θα επιτρέπεται πλέον σε καθηγητές να απασχολούνται ταυτοχρόνως και σε ξένα και σε ελληνικά ΑΕΙ, λαμβάνοντας μόνο το ποσοστό των αποδοχών που αντιστοιχούν στο χρόνο απασχόλησής τους. Όλα καλά μέχρι εδώ, πλην όμως η διάταξη περιορίζεται σε ... καθηγητές πρώτης βαθμίδας! Γιατί;

Έχουμε χορτάσει από παραδείγματα καθηγητών που, έχοντας κάνει ένα όνομα στο εξωτερικό, κάνουν και ένα πέρασμα από την Ελλάδα για να εξαργυρώσουν τη φήμη τους με διαφόρων ειδών πολιτικές επαφές, πλουσίως αμοιβόμενες θέσεις σε επιτροπές, και ελάχιστη προσφορά στο πανεπιστήμιο που τους κάλεσε. Ταυτοχρόνως, επειδή στην επαρχιώτικη Ελλαδίτσα είσαι ό,τι δηλώσεις, συχνά χρησιμοποιούν τα ΜΜΕ για να φουσκώσουν τη φήμη τους υπέρ το δέον, και τελικά απολαμβάνουν μία προβολή και ένα λιβάνισμα που στο εξωτερικό ούτε που θα μπορούσαν να φανταστούν. Ονόματα δε χρειάζεται να αναφέρω, οι περιπτώσεις είναι γνωστές. Η Ελλάδα δε χρειάζεται τέτοια αποικιοκρατικού τύπου «προσφορά»!

Δεν είναι βέβαια όλοι έτσι. Εκεί όμως που θα βρεις περισσότερους ανθρώπους με διάθεση και ικανότητες να προσφέρουν, είναι ανάμεσα στους νέους ερευνητές, αυτούς που έχουν όρεξη και ενέργεια για δουλειά, αγάπη και νοσταλγία για την Ελλάδα, αλλά ταυτοχρόνως δε θέλουν να χάσουν τα πλεονεκτήματα που τους προσφέρει μία διεθνής καριέρα και η παρουσία τους στους χώρους που όπου αναπτύσσεται η πιο πρωτοποριακή έρευνα. Ταυτόχρονα, είναι συνήθως σε αυτή τη φάση της ζωής που κάποιος έχει τη δυνατότητα να μετακινείται, όχι αργότερα όταν οι προσωπικοί δεσμοί με την Ελλάδα έχουν ατονήσει και άλλοι έχουν δημιουργηθεί στα ξένα. Για αυτούς (εμάς) πρέπει να ισχύσει αυτή η διάταξη, όχι αποκλειστικά για καθηγητές πρώτης βαθμίδας!

Τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν πολλά να κερδίσουν από ερευνητές που κατέχουν ταυτοχρόνως θέση στο εξωτερικό, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους, βρίσκονται στην Ελλάδα για το διάστημα που οφείλουν, και κοινοποιούν διεθνώς τη σχέση τους με το ελληνικό πανεπιστήμιο (όλα αυτά μπορούν να ελεγχθούν και να επιβληθούν). Έχουν να κερδίσουν σε αναγνωρισιμότητα, αλλά πολύ περισσότερο σε ποιότητα ερευνητικού έργου, στην παρακολούθηση των τάσεων που διαμορφώνονται παγκοσμίως, στην ενσωμάτωσή τους στο διεθνές επιστημονικό γίγνεσθαι. Μάλιστα, σήμερα που λόγω κρίσης και αβεβαιότητας φαίνεται να αναστρέφεται η τάση για επιστροφή νέων, καλών ερευνητών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να διατηρήσουν μία θέση στο εξωτερικό η πολιτεία τους δίνει μία εγγύηση ότι δε ρισκάρουν να χαντακώσουν την καριέρα τους, και έτσι διευκολύνει την επιστροφή τους.

Ελπίζω το άρθρο 20 να αναθεωρηθεί. Όσοι συμφωνείτε και ενδιαφέρεστε, μιλήστε και βοηθήστε να ακουστεί η φωνή μας.

Politics, math and more...

Ένα ιστολόγιο.